ch_1_10

<-1.9. Ανδρόνικος Β΄. Γεώργιος Α΄. Μαύροι Τάταροι στα σύνορα της αυτοκρατορίας 1.11. Η Ευδοκία της Κωνσταντινούπολης γίνεται αυτοκράτειρα Τραπεζούντας->

Κεφάλαιο 1.10. Επανεξέταση των πολιτικών σχέσεων μεταξύ Τραπεζούντας και Κωνσταντινούπολης από τον Ιωάννη Β΄

Τον Γεώργιο Μεγάλο Κομνηνό, ο οποίος είχε συλληφθεί αιχμάλωτος από τον εχθρό, διαδέχθηκε ο νεότερος αδελφός του Ιωάννης Β΄. Μια μεγάλη και γενική αναταραχή, την οποία υπέστησαν οι πολιτικές και εκκλησιαστικές υποθέσεις των Βυζαντινών Ελλήνων στο τελευταίο τρίτο του 13ου αιώνα, έφερε τους Τραπεζούντιους, ύστερα από απομόνωση εβδομήντα σχεδόν ετών, σε πολιτική επαφή με τους αδελφούς τους στη Νίκαια και την Κωνσταντινούπολη. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, άνθρωπος που ενσάρκωνε παράξενο μείγμα αρετών και κακιών, είχε εκδιώξει από τον θρόνο τον κηδεμονευόμενό του, τον γιο και νόμιμο κληρονόμο του αυτοκράτορα της Νικαίας Θεοδώρου Β' Λάσκαρι, ο οποίος είχε πεθάνει γύρω στο 1238. Λίγο αργότερα ο Μιχαήλ απέσπασε την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους. Ο [Λατίνος] αυτοκράτορας Βαλδουίνος είχε σωθεί με βιαστική φυγή στην Ιταλία και ο Μιχαήλ [Η'] ανακηρύχθηκε ο μοναδικός και αληθινός Βασιλεὺς καὶ Αὐτοκράτωρ τῶν Ῥωμαίων το έτος 1261.

Αλλά αφού ο εξόριστος Βαλδουίνος μεταβίβασε τις αξιώσεις του επί του θρόνου στον Κάρολο Ανζού [Ανδεγαυό], βασιλιά της Νάπολης υποτελή στον πάπα, ο Μιχαήλ κινδύνευε να δει τα γεγονότα του 1204 να ανανεώνονται από αυτόν τον σκληρό και αδυσώπητο βασιλιά-στρατιώτη. Ο Κάρολος έκανε μεγάλες προετοιμασίες για να επιτεθεί στον σφετεριστή από θάλασσα και στεριά. Ο Μιχαήλ, φοβούμενος ότι οι άμαχοι Έλληνές του, συνηθισμένοι στον ζυγό της δουλείας, δεν θα μπορούσαν να αντέξουν την επίθεση των Δυτικών, κατέφυγε στην αγωνία του σε ένα μέσο για να εξασφαλίσει προστασία για την απειλούμενη αυτοκρατορία του από τον ισχυρότερο ηγέτη του Χριστιανισμού εκείνη την εποχή, τη Ρωμαϊκή Εκκλησία, από την οποία μόνο μπορούσε να ελπίζει κανείς για σωτηρία, δηλώνοντας την προθυμία του να ενώσει την Ανατολική Εκκλησία με τη Δυτική Εκκλησία και, αναγνωρίζοντας τον πάπα ως την παγκόσμια κεφαλή των πιστών, να θέσει τέλος στον χωρισμό πολλών αιώνων.

Ο Μιχαήλ, για τον οποίο η διατήρηση του θρόνου του ήταν πρωταρχικής σημασίας, προσέβαλε όλες τις τάξεις του ελληνικού έθνους με αυτή την προσπάθεια ένωσης. Συνάντησε την πιο βίαιη αντίθεση μεταξύ του κλήρου, της αριστοκρατίας και των μαζών του λαού, οι οποίοι χειραγωγούνταν από αγενείς μοναχούς. Η αποστροφή των Ελλήνων για τους Λατίνους χριστιανούς ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη, και οι διδασκαλίες τους σχετικά με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, τα Ρωμαϊκά πρωτεία και άλλα σημεία της εκκλησιαστικής πειθαρχίας ήσαν τόσο βδελυρές για τους ένθερμους οπαδούς του Συμβόλου της Νικαίας, που προτιμούσαν να υπομείνουν την ντροπή της πολιτικής δουλείας για δεύτερη φορά και να δουν για άλλη μια φορά τους βρώμικους βαρβάρους των λατινικών χωρών στις χρυσές αίθουσες των Βλαχερνών και του Βουκολέοντος, παρά να βεβηλώσουν το ιερό τους σύμβολο με τις τροποποιήσεις των ξένων. Αλλά ο κίνδυνος ήταν επείγων. Οι στρατοί και οι στόλοι του Καρόλου γέμιζαν τις ακτές της Ιταλίας και η Νέα Ρώμη, διαλυμένη από θρησκευτικές διαιρέσεις, φαινόταν χαμένη χωρίς θεμέλια.

Τελικά, ύστερες από μακρές διαπραγματεύσεις, ο Μιχαήλ έφερε τμήμα του κλήρου με το μέρος του και η ένωση των δύο εκκλησιών οριστικοποιήθηκε επίσημα κατά το τρίτο έτος της παπικής θητείας του Γρηγορίου Ι΄ (1274) στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Όμως οι καρδιές των δύο λαών παρέμεναν τόσο ξένες μεταξύ τους όσο και πριν. Στο μεταξύ η πρόθεση του αυτοκράτορα είχε επιτευχθεί προς το παρόν. Ο Κάρολος Ανδεγαυός έλαβε διαταγές από τη Ρώμη να αποβιβάσει τους στόλους του και να απολύσει τα στρατεύματά του, καθώς ο Μιχαήλ βρισκόταν υπό την άμεση προστασία της Αγίας Εκκλησίας. Την ίδια χρονιά που η ένωση επιτεύχθηκε με διπλωματικά μέσα, φανατικοί μοναχοί, υποκινούμενοι κρυφά από τους επικεφαλής του κλήρου και τους ευγενείς του παλατιού, συγκάλεσαν σύνοδο στην οποία εξαπέλυσαν ανάθεμα εναντίον όλων των υποστηρικτών της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και ανακάλεσαν την ένωση που είχε συναφθεί. Ο απλός λαός τάχθηκε απόλυτα υπέρ της συνόδου. Αποκήρυξε την υπακοή του στον αυτοκράτορα. Σύγχυση κατέλαβε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Ο Μιχαήλ, φοβούμενος τη δυσμένεια της Αγίας Εκκλησίας και την οργή του βασιλιά της Νάπολης, κατέφυγε στα πιο ακραία μέτρα για να διατηρήσει τη συνθήκη της ένωσης και να την εκπληρώσει σε όλες τις πτυχές της. Προσπάθησε να ξεπεράσει το πείσμα των αντιπάλων του μέσω δήμευσης, εξορίας, φυλάκισης, τύφλωσης και ακρωτηριασμού. Όμως, υπό αυτές τις συνθήκες, οι Έλληνες ανέπτυξαν μια σταθερότητα και ένα μεγαλείο πνεύματος, που οι ακραίοι κίνδυνοι της πατρίδας τους και η ορατή προσέγγιση της πολιτικής καταστροφής εκείνης της εποχής δεν μπόρεσαν ποτέ να τους ενσταλάξουν. Από φόβο μήπως χάσουν την αιώνια σωτηρία τους μέσω της νέας εκκλησιαστικής τάξης του αυτοκράτορα, πραγματοποιήθηκαν πολυάριθμες μεταναστεύσεις των απλών τάξεων, εκείνων που ήσαν πιο δραστήριες σε περιόδους αναταραχής, από την Κωνσταντινούπολη και τις επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε όλα τα μέρη του βυζαντινού κόσμου, στην Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία και την Τραπεζούντα.1

Όμως οι πιο οξυδερκείς μεταξύ των κακοπροαίρετων προσπάθησαν να φέρουν μεγαλύτερη δύναμη και ενότητα στον αγώνα ενάντια στον αποστάτη αυτοκράτορα και την παράταξή του, τοποθετώντας επικεφαλής τους έναν άνδρα του οποίου η ορθοδοξία θα κέρδιζε την έγκριση των μοναχών και του φανατικού όχλου, και ο οποίος θα ήταν επίσης αρκετά ισχυρός για να ενεργήσει ως πολιτικός αντίπαλος του μισητού Παλαιολόγου. Και για αυτόν τον ρόλο κανείς δεν ήταν καταλληλότερος από τον Μεγάλο Κομνηνό της Τραπεζούντας. Η παλιά ζήλια και οι αξιώσεις αυτού του οίκου κατά της Νικαίας και της Κωνσταντινούπολης ήσαν ακόμη νωπές στη μνήμη τους, και πίστευαν ότι θα εκμεταλλευόταν ευχαρίστως την ευκαιρία εκεί, δεδομένης της ευνοϊκής διάθεσης μεγάλου μέρους της αυτοκρατορίας των Παλαιολόγων, για να εκδιώξει τον σφετεριστή Μιχαήλ και, ύστερα από εξορία εκατό σχεδόν ετών, να ανέλθει ξανά στον θρόνο του προπάππου του Ανδρόνικου. Αμέσως στάλθηκε πρεσβεία με το επίσημο αίτημα να αναγνωριστεί ο Μέγας Κομνηνός ως αυτοκράτορας των Ρωμαίων και, ως τέτοιος, να ανέλθει στον θρόνο των προγόνων του, εφόσον αναλάμβανε να υπερασπιστεί την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ανατολής από τις καινοτομίες του Μιχαήλ.

Ο Παχυμέρης, ιστορικός της αυλής εκείνης της περιόδου, παραλείπει εντελώς το προαναφερθέν γεγονός και έτσι αποκαλύπτει την εσφαλμένη και γελοία χρησιμότητά του στον Μιχαήλ ως ιστορικός. Δεν ήθελε να αφήσει στην ύστερη γενιά καμία αυθεντική μαρτυρία ότι ο ήρωάς του κινδύνευσε ποτέ να εκδιωχθεί από τον παράνομα αποκτηθέντα θρόνο. Ταυτόχρονα μπορεί κανείς να καταλάβει πόσο πολλά μπορεί να περιμένει από αυτόν τον άνθρωπο για την εσωτερική ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, αφού αποφεύγει σκόπιμα να μιλήσει γι' αυτήν κάθε φορά που έχει συμβεί κάτι που θα μπορούσε να υποδηλώνει τη δύναμη και το κύρος της. Δείχνει μια περιφρόνηση για την Τραπεζούντα που στην πραγματικότητα δεν διέθετε, και προσπάθησε να κρύψει τον φθόνο και τη ζήλια με το πρόσχημα της ευγενούς περιφρόνησης.

Πιο ειλικρινής από αυτή την άποψη ήταν, ή μάλλον έπρεπε να είναι, ο Ωγέριος, ο πρωτονοτάριος του Μιχαήλ Παλαιολόγου. Στους απεσταλμένους του Νικολάου Γ', στους οποίους υποτίθεται ότι δικαιολογούσε την αργή διαδικασία ενοποίησης των εκκλησιών στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, έστειλε μακροσκελή επιστολή, στην οποία, μεταξύ των λόγων για τους οποίους οι διαταγές της Ρώμης δεν είχαν ακόμη εκτελεστεί, εμφανίζεται το ακόλουθο αξιοσημείωτο απόσπασμα: Est autem et ad partes Orientis terra, quae nominatur Trapesunda, quam terram in captione facta de Konstantinopoli a Latinis, tenuit quidam de Capitaneis, qui vocabatur Comninus Dominus Alexius, et intimarunt praedicti Infideles (οι εχθροί της Ένωσης), quod illum, qui nunc est Princeps ipsius Terrae Trapesundae, existentem ab-nepotem ipsius quondam Alexii, quia Imperator (Μιχαήλ) factus est haereticus et subjectus est Papae et univit Ecclesias, scilicet Graecorum et Latinorum, et si vocaberis Imperator, adhaerebimus vobis et constituemus quidquid volueris. Ille quidam ductus inani consilio vocari se fecit Imperator et coronatus est, et induit se vestimentis decentibus Imperio et fecit officiales et se tanquam Imperatorem honorari praecepit.2

Ο Ιωάννης [Β’ Μέγας Κομνηνός] συμμορφώθηκε με τα αιτήματα των Βυζαντινών αντιφρονούντων, αλλά δεν διέθετε την ηθική δύναμη που απαιτούνταν για ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν είχε το θάρρος και την αποφασιστικότητα να ενεργήσει ως ισχυρός αντίπαλος του Μιχαήλ, τον οποίο φοβούνταν για τις μεγάλες του δυνατότητες. Ύστερα από ταξίδι δέκα έως δεκαπέντε ημερών, θα μπορούσε να είχε εμφανιστεί με στόλο μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, όπου η ομάδα που ήταν πιστή σε αυτόν θα είχε υποκινήσει εξέγερση και θα είχε σαρώσει τα πάντα για τον νέο, ορθόδοξο, νόμιμο αυτοκράτορα.

Αλλά ο Ιωάννης ήταν από εκείνους τους μικρόψυχους που υποχωρούν μπροστά σε κάθε τολμηρή και μεγάλη πράξη και αφήνουν δειλά να περάσει η ευνοϊκή στιγμή που θα παρέμβαινε αποφασιστικά στην πορεία των παγκόσμιων γεγονότων. Θα ήταν ανόητο να αποδώσουμε την αποτυχημένη επανένωση των δύο αυτοκρατοριών που είχαν χωριστεί από καιρό στη φιλοσοφία του ανθρώπου, σαν αυτός, περιφρονώντας την αναταραχή των φατριών των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και την προσφορά ανάκτησης του προγονικού του θρόνου, να είχε αρκεστεί στο να διαχειριστεί ήσυχα και χωρίς αμφισβήτηση την κληρονομιά του στην Τραπεζούντα με τον τίτλο του αυτοκράτορα της Ανατολίας. Ο Ωγέριος και ο Παχυμέρης, ίσως όχι άδικα, τον αποκαλούν ματαιόδοξο και υπεροπτικό άνθρωπο, που άκουγε με τη μεγαλύτερη προθυμία τις προτάσεις των φατριών, αλλά ένιωθε περισσότερο φιλοδοξία παρά ορμή μέσα του. Μεγάλο μέρος της ευθύνης για αυτή τη δειλή συμπεριφορά του ηγεμόνα της Τραπεζούντας μπορεί κάλλιστα να οφειλόταν στη σκέψη της μοίρας του προκατόχου του, τον οποίο οι στασιαστές υποτελείς εγκατέλειψαν στη μέση της μάχης και παρέδωσαν στον εχθρό. Ποιος θα μπορούσε να του εγγυηθεί καλύτερη υπακοή, πιο οικεία αφοσίωση των υφισταμένων του προς το πρόσωπό του, σε ξένο πόλεμο, σε μάχη ενάντια σε θριαμβευτή στρατηγό και σε πόλη που δεν είχε κατακτηθεί ποτέ χωρίς μεγάλο στρατό και χωρίς την εφαρμογή τρομερής βίας; Άραγε δεν θα ήταν δυνατόν, λόγω των δυσμενών συνθηκών, λόγω της αστάθειας και της απιστίας του λαού, να χάσει το προγονικό του βασίλειο χωρίς να κερδίσει τον προσφερόμενο θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας;

Ένας άνθρωπος σαν τον Ιωάννη μπορεί να είχε σκεφτεί όλα αυτά τα ερωτήματα και στη συνέχεια να είχε αποφασίσει ότι ήταν καλύτερο να εδραιωθεί στον θρόνο της πατρίδας του πριν στραφεί στην κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Οι Ducange και Gibbon χρησιμοποιούν το προαναφερθέν απόσπασμα από τον Ogerius κυρίως για να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό τους ότι, πριν από αυτόν τον Ιωάννη, κανένας μονάρχης της Τραπεζούντας δεν είχε χρησιμοποιήσει τον τίτλο του αυτοκράτορα. Αν κάποιος εξετάσει αυτό το απόσπασμα μόνο επιφανειακά και χωρίς συμφραζόμενα με άλλες αναφορές και το συγκρίνει με την πρεσβεία της Τραπεζούντας στον Άγιο Λουδοβίκο, στην οποία επίσης δεν αναφέρεται ο τίτλος του αυτοκράτορα, θα μπορούσε πράγματι να μπει στον πειρασμό να συμφωνήσει με τη γνώμη αυτών των ανδρών. Όμως τα αντίθετα παραδείγματα που αναφέρονται, οι επιγραφές και οι διαφορές μεταξύ αποδοχής και αναγνώρισης, ανάμεσα στους τίτλους Bασιλεὺς Ῥωμαίων και Bασιλεὺς Ἀνατολῆς βασίζονται σε πολύ στέρεα θεμέλια για να αμφισβητηθούν περαιτέρω. Τα λόγια του Ogerius: et fecit se Imperator vocari et coronatus est (αυτοαποκλήθηκε αυτοκράτορας και στέφθηκε) κλπ. μπορούν να εξηγηθούν αρκετά φυσικά. Μέχρι το έτος 1274, κατά το οποίο ο Μιχαήλ είχε επιφέρει την μισητή ένωση με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία, ο Μεγάλος Κομνηνός θεωρούνταν στα μάτια των Κωνσταντινουπολιτών Ελλήνων και των Λατίνων που ακολούθησαν το παράδειγμά τους από αυτή την άποψη μόνο σφετεριστής, παράνομος ηγεμόνας αρχαίων επαρχιών, τύραννος και βάρβαρος, ανεξάρτητα από το πώς ήθελε να τον αποκαλούν οι υπήκοοί του. Αλλά αφού ένα τμήμα του ελληνικού έθνους χρειαζόταν τη δύναμη και το κύρος του στην Προποντίδα για να αντιταχθεί στην παράταξη της Ένωσης, αναγνωρίστηκε από επίσημη πρεσβεία ως ο Bασιλεύς των Ρωμαίων. Όμως ένας υπουργός από την παράταξη του Μιχαήλ εξοργίστηκε με αυτό το γεγονός και έγραψε: «Πράγματι, οδηγούμενος από μάταιες συμβουλές, αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας» (ille quidem ductus inani consilio rocari se fecit Imperator).

Αλλά για να εμφανιστεί πραγματικά ως ο ανώτατος ηγέτης του ελληνικού κόσμου στα μάτια των μαζών και των νέων λαών του, έπρεπε φυσικά να υποβληθεί σε ειδική στέψη και σε νέα συγκρότηση της αυλής του, με την οποία, όπως ήταν κατανοητό, δεν έπρεπε να ξεχάσει τους ηγέτες της παράταξης που τον είχε καλέσει. Αν ο Ιωάννης είχε κάνει το αντίθετο και είχε ανεχθεί μόνο τους παλιούς αυλικούς της Τραπεζούντας γύρω του, η αφοσίωση και ο ζήλος αυτών των μεγάλων και εκκεντρικών μορφών θα είχαν γρήγορα ψυχρανθεί. Διότι το γεγονός ότι αυτές οι αναταραχές δεν προκαλούνταν μόνο από καθαρό, ανόθευτο ζήλο για την ορθοδοξία, αλλά ότι και κίνητρα διαφορετικής φύσης έπαιζαν ρόλο, είναι προφανές από περισσότερες από μία περιστάσεις. Τότε, όπως πάντοτε, η υπεράσπιση της θρησκείας θεωρούνταν κάλυψη για κάθε πρόθεση, όσο εγωιστική και φιλόδοξη κι αν ήταν.

Το πόσο σωστά είχε ήδη εκτιμηθεί η μεταστροφή του Μιχαήλ στη Λατινική Εκκλησία στις αυλές των μεγάλων εκείνη την εποχή, μπορεί να φανεί από μια προσθήκη του ηγεμόνα στο επανειλημμένα αναφερόμενο έγγραφο, στο οποίο σημειώνεται ρητά ότι ακριβώς οι υποστηρικτές της Λατινικής Εκκλησίας αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ενεργοί στην επιδιωκόμενη ανατροπή του Μιχαήλ. Ακόμη και η πρεσβεία στον διεκδικητή αποτελούνταν εν μέρει από αυτούς: apparuit autem, λέει, quod sicut dispensarunt, et miserunt ipsi infideles ad eundem principem Trapesundae homines cum ipsis intimationibus, erant et Latini simul cum ipsis transmissis cooperantes ipsam legationem ipsorum.3 Ποιος, σε αυτή τη δραστηριότητα, θα μπορούσε ενδεχομένως να μην αναγνωρίσει τις μηχανορραφίες της ναπολιτάνικης-ανδεγαυής αυλής και των άλλων λατινικών εθνών, που είχαν να κερδίσουν από την πτώση του επικίνδυνου και μισητού Παλαιολόγου; Η Τραπεζούς, η οποία είχε ξεχαστεί εντελώς από τους Βυζαντινούς από το 1210 μ.Χ., εμφανιζόταν και πάλι στη σκηνή των λαών με αυτή την ευκαιρία. Ήταν σχεδόν σαφές στις δυτικές χώρες ότι υπήρχε μια Αυτοκρατορία Τραπεζούντας, ένας αυτοκράτορας της Τραπεζούντας. Και επειδή αυτοανακηρύχθηκε πολιτικός και θρησκευτικός αντίπαλος του Μιχαήλ οι άνθρωποι, υποκινούμενοι από φθόνο και ζήλια, έσπευσαν να τον αναγνωρίσουν ως Βασιλέα Ῥωμαίων. Ο Gibbon, αντί του «και ο τίτλος του αυτοκράτορα υιοθετήθηκε αρχικά από την υπερηφάνεια και τον φθόνο του εγγονού (sic) του Αλεξίου», έπρεπε να είχε γράψει: «Ο τίτλος του αυτοκράτορα αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά δημόσια υπό τον Ιωάννη Β΄ Μεγάλο Κομνηνό από ξένα βασίλεια λόγω άγνοιας και φθόνου εκ μέρους των αντιπάλων του Μιχαήλ και από τους συμπαθούντες τους Ανδεγαυούς λόγω εχθρότητας προς τον κατακτητή τους».

Ότι αυτό ισχύει, και ότι ο Ιωάννης άρχισε να αυτοαποκαλείται Βασιλεὺς Ῥωμαίων αντί για Βασιλεὺς Ἀνατολῆς με υποκίνηση της εναντίον του Μιχαήλ παράταξης, μαρτυρείται ρητά από τον Ηaithon στην ιστορία του των Τατάρων, γραμμένη την εποχή αυτού του Ιωάννη, όταν γράφει αναφερόμενος στην πόλη της Τραπεζούντας: Unum vero Gubernatorem annuatim consuererat transmittere Imperator (Byzant.) qui Dux dicebatur. Unde accidit quod quidam ex illis rectoribus seu Ducibus rebellis effectus tenuit terrae dominium pro se ipso et fecit se Regem, et ille qui nunc tenet terram Trapezuntis fecit se Imperatorem vocari.4 Αυτό το απόσπασμα δεν αφήνει τίποτε εκκρεμές.

Συνέβη, λέει ο Haithon, ένας από τους κυβερνήτες της Τραπεζούντας να μην αναγνωρίζει πια την υπεροχή της αυλής στην Κωνσταντινούπολη και να υιοθετήσει τον τίτλο Rex, δηλαδή Βασιλεύς στα τραπεζουντιανά και «Ταγκαβόρ», εστεμμένος στα αρμενικά. Έτσι δηλώνει άμεσα ότι ο Αλέξιος, ο πρώτος ανεξάρτητος Κομνηνός, είχε ήδη υιοθετήσει το όνομα Βασιλεύς (Rex) κατά την άνοδό του στον θρόνο και δεν αρκέστηκε να συνεχίσει με τον παλιό τίτλο Dux. Η παρατήρηση αυτή έχει διαφύγει εντελώς των λογίων που αναφέρθηκαν αρκετές φορές.5 Ο Rex (Βασιλεύς) που βασίλευε την εποχή του, συνεχίζει ο Haithon, αποκαλούνταν ο ίδιος Imperator, και πάλι Βασιλεύς στα τραπεζουντιανά, και Guaiser στα αρμενικά. Είναι γνωστό από προηγούμενους ορισμούς ότι το ελληνικό ουσιαστικό Βασιλεύς σημαίνει στην πραγματικότητα βασιλιάς (Rex), αλλά λόγω έλλειψης συγκεκριμένης λέξης σήμαινε και τον ιταλικό όρο Imperator, με την έννοια των στρατιωτών αυτοκρατόρων και αργότερα παγκόσμιων μοναρχών της Κωνσταντινούπολης.

Ο Haithon, που άκουσε τον ηγεμόνα Αλέξιο της Τραπεζούντας να αποκαλείται Βασιλεύς, το εξέφρασε στη λατινική μετάφραση του έργου του σύμφωνα με την αρχική του σημασία ως Rex, επειδή το Βασιλεύς μεταφραζόταν συνήθως ως Imperator μεταξύ των ηγεμόνων της Κωνσταντινούπολης, κάτι που ο ίδιος, ως άνθρωπος που δεν ήταν εξοικειωμένος με την ελληνική χρήση, δεν μπορούσε φυσικά να γνωρίζει. Αυτή η παρατήρηση αξίζει προσεκτική εξέταση· αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο ολόκληρης της έρευνας αυτού του θέματος και είναι ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία για την ανατροπή της εσφαλμένης αντίληψης των ιστορικών ως προς αυτό το θέμα.

Η ευλάβεια για τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης ήταν πολύ μεγάλη μεταξύ των λαών, τα έθιμα και η αρχαία παράδοση πολύ βαθιά ριζωμένα στο μυαλό των ανθρώπων, για να είναι δυνατό να απονεμηθεί ο τίτλος και η αξιοπρέπεια ενός Βασιλέως Ῥωμαίων στον ηγεμόνα της άγνωστης και μικρής περιοχής της Τραπεζούντας, μέχρι που η δημόσια φωνή του έθνους τον κάλεσε επίσημα στον θρόνο της πρωτεύουσας του ελληνικού κόσμου, της μεγαλύτερης και ωραιότερης πόλης της γης, της Βασίλισσας των Πόλεων (τῇ Βασιλευούσῃ τῶν πόλεων).

<-1.9. Ανδρόνικος Β΄. Γεώργιος Α΄. Μαύροι Τάταροι στα σύνορα της αυτοκρατορίας 1.11. Η Ευδοκία της Κωνσταντινούπολης γίνεται αυτοκράτειρα Τραπεζούντας->
error: Content is protected !!
Scroll to Top