ch_2_01

<-1.15. Βασίλειος Α΄ (1333-1340). Ζυμώσεις στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας 2.2. Αδυναμία και ευσέβεια του Ιωάννη Αλεξίου Γ΄. Διαμάχη με τον Μέγκολο Λερκάρι της Γένουας->

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ. Από το ξέσπασμα της επανάστασης μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Βασιλείου έως την πτώση της αυτοκρατορίας υπό τον Δαβίδ Α΄. Περίοδος κυριαρχίας της υψηλής αριστοκρατίας της Τραπεζούντας επί της αυτοκρατορικής δύναμης των Μεγάλων Κομνηνών.

Κεφάλαιο 2.1. H Ειρήνη η Βυζαντινή, η Άννα Α΄, ο Ιωάννης Γ΄ και ο Μιχαήλ Α΄ από τον Οίκο των Κομνηνών ανέρχονται διαδοχικά στον αυτοκρατορικό θρόνο εν μέσω παραταξιακών αναταραχών. Σκληρός αγώνας ενάντια σε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Η πρωτεύουσα καίγεται. Πανούκλα 1340—1344

Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η αυτοκράτειρα Ειρήνη ανέλαβε την εξουσία σύμφωνα με τους συνταγματικούς νόμους, κατέλαβε αμέσως το παλάτι, έδιωξε την παλλακίδα του και εξόρισε αυτήν και τα δύο παιδιά της στην Κωνσταντινούπολη. Ταυτόχρονα έστειλε απεσταλμένους στον πατέρα της, τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο, ο οποίος ήταν ήδη άρρωστος στη Θεσσαλονίκη κατά την εκστρατεία κατά της Ακαρνανίας, ζητώντας να της στείλει επιστολή με Βυζαντινό άρχοντα, στον οποίο θα μπορούσε την ίδια στιγμή να παραδώσει τον θρόνο. Οι απεσταλμένοι ακολούθησαν μέχρι την Ακαρνανία τον αυτοκράτορα, ο οποίος στο μεταξύ είχε ξεκινήσει με τον στρατό του, και παρουσίασαν το περιεχόμενο της αποστολής τους στο στρατόπεδο μπροστά από την Άρτα. Όμως κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναζωπυρωμένη παραταξιακή οργή επικρατούσε στην Τραπεζούντα. Οι ηγέτες της Τραπεζουντο-Ιβηρικής παράταξης, πικραμένοι που, αντίθετα με κάθε παράδοση, ο θρόνος της αρχαίας αυτοκρατορίας τους παραδινόταν τώρα ως δώρο σε ξένον αυλικό χωρίς τη συγκατάθεσή τους, υποκίνησαν τον λαό και ήθελαν να καταλάβουν τον κενό θρόνο χωρίς να περιμένουν αντιβασιλέα από την Κωνσταντινούπολη. Η Ειρήνη, πολύ αδύναμη για να διατηρήσει το κύρος της ως αντιβασιλέας υπό τόσο δύσκολες συνθήκες, έστειλε γρήγορο σκάφος με τον αρχιεπίσκοπο και άλλους ευγενείς στον Ανδρόνικο, για να επιταχύνουν την άφιξη του νέου της συζύγου. Από την Κωνσταντινούπολη έστειλαν τους πιο σεβαστούς ιππότες στην αυλή της Θεσσαλονίκης, όπου, όπως και η πρώτη πρεσβεία, δεν μπόρεσαν να συναντήσουν τον αυτοκράτορα. Αποφάσισαν να περιμένουν την επιστροφή του στην εν λόγω πόλη και, στο μεταξύ, να τον ενημερώσουν γραπτώς για τον λόγο της άφιξής τους. Όμως η παράταξη που είχε κάποτε ηττηθεί στον αγώνα για τη διαδοχή του Βασιλείου προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την καθυστερημένη άφιξη του νέου ηγεμόνα, για να ανακτήσει το χαμένο κύρος της μέσω λαϊκής εξέγερσης και να ανατρέψει τους συντριπτικά ισχυρότερους αντιπάλους της. Ίσως τους πονούσε να βλέπουν ότι οι αντίπαλοί τους επρόκειτο να μεταβιβάσουν τη διακυβέρνηση της πατρίδας τους από τον Οίκο των Κομνηνών σε έναν αυλικό των μισητών Βυζαντινών, στον αγαπημένο του Ανδρόνικου, έναν άνθρωπο υποταγμένο στην αυτοκρατορική ιδιοτροπία.

Η ίδια η Ειρήνη είχε προωθήσει το ξέσπασμα της καταιγίδας μέσω της απρόσεκτης συμπεριφοράς της. Η απόλαυση της υπέρτατης εξουσίας είχε μεθύσει την αδύναμη γυναίκα και το αυτοκρατορικό παλάτι είχε γίνει θέατρο γυναικείων μηχανορραφιών και απαγορευμένου πόθου. Ο μέγας δούκας της αυτοκρατορίας θεωρούνταν γενικά ο αγαπημένος της αντιβασιλείας (λανθανέσαις μίξεσι χρῆσθαι τὴν Βασιλίδα Εἰρήνην ἐψιθυρίζετο πρὸς τὸν Μέγαν Δομέστικον τῶν Τραπεζουντίων, λέει αρκετά ξεκάθαρα ο ιστορικός). Με το πρόσχημα της επίλυσης αυτού του σκανδάλου οι ευγενείς κατάφεραν να ξεσηκώσουν το αδαές και εύκολα παραπλανώμενο πλήθος. Ο Σεμπάστιαν φον Τζάνιτς, διοικητής του στέμματος, με τους φρουρούς του παλατιού, ο Κωνσταντίνος Δωρανίτης και οι ισχυροί Καβαζίτες ή άρχοντες του Μεσοχαλδίου, μαζί με μερικούς από τους πολίτες της Τραπεζούντας και το αυτοκρατορικό ιππικό, σχημάτισαν την αντίπαλη της αυλής παράταξη και εγκαταστάθηκαν στο μοναστήρι του Αγίου Ευγενίου. Η Ειρήνη με το άλλο μέρος του ιππικού και τους άρχοντες που την υποστήριζαν, οχυρώθηκαν στο αυτοκρατορικό παλάτι στο κάστρο. Ο Ιωάννης Ευνούχος, ο οποίος κατείχε τον βαθμό του μεγάλου δούκα και διοικούσε το φρούριο των Λιμνίων, έσπευσε σε βοήθεια της αυτοκράτειρας με μεγάλη δύναμη, νίκησε την παράταξη του διοικητή του στέμματος σε σφοδρή μάχη κοντά στο προαναφερθέν μοναστήρι, τον συνέλαβε ο ίδιος, μαζί με αρκετούς άλλους άρχοντες, και τους οδήγησε στο φρούριο των Λιμνίων, όπου όλοι σκοτώθηκαν λίγο αργότερα. Ενώ οι παρατάξεις πολεμούσαν μεταξύ τους στην ίδια την πρωτεύουσα, τουρκικές ορδές είχαν εισβάλει στη χώρα από τα δυτικά και προέλασαν μέχρι τον Παρχάρι. Ο στρατός της αυτοκράτειρας τους απώθησε αυτή τη φορά, Αλλά τον επόμενο χρόνο, ύστερα από επανειλημμένη επίθεση από τους ίδιους εχθρούς, τράπηκε σε φυγή χωρίς μάχη και τόσο μεγάλη ήταν η σύγχυση στο αυτοκρατορικό παλάτι και η αδιαφορία των ισχυρών αρχόντων, που αυτές οι ορδές των Τουρκομάνων ληστών μπόρεσαν να καταλάβουν την πρωτεύουσα Τραπεζούντα και να την παραδώσουν στις φλόγες με εξαίρεση το κάστρο, το οποίο αψηφούσε κάθε εχθρική δύναμη ακόμη και με περιορισμένη υπεράσπιση.

Μεγάλος αριθμός κατοίκων, ιδιαίτερα γυναίκες και παιδιά, είχαν χαθεί στην πυρπόληση της μεγάλης πόλης, μαζί με αμέτρητα άλογα και άλλα ζώα. Τα μισοκαμένα κουφάρια μόλυναν τον αέρα και προκάλεσαν μεταδοτική ασθένεια που προξένησε μεγάλο χάος στους εναπομείναντες. Κατά τη διάρκεια αυτών των γεγονότων ο Ανδρόνικος [Γ' Παλαιολόγος] επέστρεψε άρρωστος από την Ακαρνανία στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε αμέσως μετά χωρίς να έχει κάνει καμία διευθέτηση για τις υποθέσεις της Τραπεζούντας. Ο Ιωάννης [ΣΤ'] Καντακουζηνός, ο οποίος είχε αναλάβει τις υποθέσεις ως θεματοφύλακας και αυτοκρατορικός αντιβασιλέας υπό τη χήρα αυτοκράτειρα Άννα, εμποδίστηκε από πιο σημαντικά ζητήματα να εξετάσει το αίτημα της Ειρήνης. Στο μεταξύ από την αναταραχή που είχε σημειωθεί στην Τραπεζούντα, είδε ξεκάθαρα ότι η Ειρήνη δεν είχε υποβάλει το αίτημά της με τη γενική συναίνεση του λαού της Τραπεζούντας, ο οποίος περιφρουρούσε τα δικαιώματά του. Διότι ήταν νόμος τους να μην υποτάσσονται οικειοθελώς σε κανέναν, παρά μόνο σε ηγεμόνα από τον Οίκο των Κομνηνών.1 Αλλά τώρα, με τον άτεκνο, γλεντζέ Βασίλειο η ηγεμονία είχε εκλείψει και πολλοί από τους ευγενείς της Τραπεζούντας έβλεπαν τον κενό θρόνο ως αξιόλογο στόχο για τις φιλόδοξες επιδιώξεις τους. Όμως εκείνη την εποχή ο δεύτερος γιος του Μεγάλου Κομνηνού Ιωάννη που είχε πεθάνει γύρω στο 1298, ο Μιχαήλ, ζούσε ακόμη στην Κωνσταντινούπολη. Η μητέρα του τον είχε φέρει στην αυλή του πρεσβύτερου Ανδρόνικου [Β'] όταν ήταν παιδί. Ο Καντακουζηνός θεωρούσε πλέον αυτόν τον Μιχαήλ Κομνηνό ως τον μόνο άνδρα ο οποίος, ως σύζυγος της Ειρήνης, θα ήταν καταλληλότερος για να συμφιλιώσει όλα τα μέρη και να γλιτώσει την άτυχη χώρα από την προοπτική παρατεταμένης διαμάχης μεταξύ των οικογενειών.

Λίγο πριν φτάσει ο Μιχαήλ στην Τραπεζούντα ξέσπασε εκεί νέα επανάσταση, μέσω της οποίας η αυτοκράτειρα Ειρήνη έχασε τον θρόνο και την ελευθερία της, αφού είχε κρατήσει το σκήπτρο της Μεγάλης Κομνηνής για ένα χρόνο και τρεις μήνες καταστρέφοντας τη χώρα. Η Άννα Κομνηνή, βιολογική αδελφή του συχνά αναφερόμενου Βασιλείου, η οποία πέθανε άτεκνη, είχε αφήσει στην άκρη το πέπλο της μοναχής στην αρχή της πολιτικής αναταραχής και είχε πάει στην Ιμερέτια, όπου, μέσω παράξενης αλυσίδας γεγονότων, είχε ανέλθει στη θέση της ηγεμόνος.2 Μετά την πυρπόληση της Τραπεζούντας, όταν οι δημόσιες υποθέσεις βρίσκονταν σε μεγάλη σύγχυση και, επιπλέον, οι ορδές των Τουρκομάνων απειλούσαν τη χώρα από έξω, αυτή η κυρίαρχη γυναίκα πίστευε ότι είχε έρθει η στιγμή να ανέβει στον αυτοκρατορικό θρόνο των πατέρων της εν μέσω της αναταραχής των φατριών. Πολυάριθμος στρατός από την Ιμερέτια και η εύνοια της Τραπεζουντο-Ιβηριανής παράταξης έδεσαν το διάδημα γύρω από το μέτωπό της, ανάμεσα στα καπνίζοντα ερείπια της πρωτεύουσας. Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίστηκε στο λιμάνι της Τραπεζούντας ο Μιχαήλ Κομνηνός από την Κωνσταντινούπολη με τρία πλοία Φράγκων μισθοφόρων, για να παραλάβει το χέρι της Ειρήνης και τον θρόνο των προγόνων του. Τον συνόδευαν οι Νικήτας και Γρηγόριος, ηγέτες της ομάδας των Σχολαρίων.

Ο μητροπολίτης Ακάκιος και οι πιο διακεκριμένοι άρχοντες τον υποδέχτηκαν με μεταμφιεσμένη πονηριά ως ηγεμόνα τους, ορκίστηκαν αμέσως και τον οδήγησαν στο παλάτι με όλες τις τιμές που οφείλονταν στον φόβο τους. Ομως το βράδυ της ίδιας ημέρας έπεσε ξαφνικά σε ενέδρα και κρατήθηκε αιχμάλωτος από αυτούς, ενώ οι Ίβηρες στρατιώτες της Άννας επιτέθηκαν στην ξένη σωματοφυλακή, έσφαξαν τους περισσότερους και λεηλάτησαν το πλούσιο φορτίο των πλοίων.

Την επόμενη μέρα ο Μιχαήλ μεταφέρθηκε σε πλοίο και κρατήθηκε αιχμάλωτος, πρώτα στο κάστρο του Οιναίου και στη συνέχεια στο φρούριο των Λιμνίων όπου διοικούσε ο προαναφερθείς Ιωάννης Ευνούχος. Ταυτόχρονα η χήρα Ειρήνη στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Άννα Μεγάλη Κομνηνή ήταν το παιχνίδι της νικηφόρας παράταξης, η οποία, μέσω τριανδρίας που επιλέχθηκε μεταξύ των μελών της, διηύθυνε τις υποθέσεις υπό την προστασία των ληστρικών συμμοριών από την Ιμερέτια.

Με την προστασία των οπαδών της η Άννα κράτησε τον θρόνο για όχι περισσότερο από δεκατρείς μήνες. Ο λαός της πρωτεύουσας ήταν δυσαρεστημένος και οι κορυφαίοι άρχοντες της αντίπαλης παράταξης, η οποία αυτή τη φορά περιλάμβανε αρκετούς από τους πλουσιότερους υποτελείς της Παλαιάς Τραπεζούντας που είχαν την μεγαλύτερη επιρροή υπό τους προηγούμενους ηγεμόνες, στράφηκαν και πάλι στη βυζαντινή αυλή, ζητώντας και πείθοντας τον εικοσάχρονο γιο του Μιχαήλ να αντιταχθεί στην τριανδρία της Άννας Μεγάλης Κομνηνής. Με πέντε πλοία, τρία από τα οποία ήσαν επανδρωμένα με Ιταλούς μισθοφόρους, εμφανίστηκε ενώπιον της πρωτεύουσας και, με τη βοήθεια των επαναστατημένων κατοίκων, την κατέλαβε ύστερα από σύντομη αψιμαχία.3 Η βίαιη αντίδραση μετά τη νίκη ανανέωσε εκείνες τις σφαγές, τις προγραφές και τις λεηλασίες που ήσαν πάντοτε το διακριτικό γνώρισμα των εμφυλίων πολέμων, και των οποίων την οργή οι άτυχοι Τραπεζούντιοι δεν ένιωσαν ποτέ πιο έντονα απ’ όσο στα χρόνια αμέσως μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Βασιλείου. Ο Ιωάννης Γ΄, γιατί αυτό ήταν το όνομα του νέου Μεγάλου Κομνηνού, νέος και ανόητος, έδωσε στους οπαδούς του ελευθερία κινήσεων. Η αυτοκράτειρα Άννα στραγγαλίστηκε. Κόπηκαν τα κεφάλια των πιο διακεκριμένων αρχόντων της παράταξής της και η περιουσία τους κατασχέθηκε. Οι λιγότερο πλούσιοι εξορίστηκαν από την αυτοκρατορία ισόβια. Ύστερα από αυτές τις αναταραχές, ο νέος ηγεμόνας αναγνωρίστηκε ως αυτοκράτορας στην πρωτεύουσα και στις περιοχές των φίλων του αλλά όχι στα οχυρά των αντιπάλων του. Για παράδειγμα τα Λιμνία, εννέα περίπου ώρες μακριά από την πρωτεύουσα, αψήφησαν τη φήμη του και ο Μιχαήλ κρατούνταν αιχμάλωτος εκεί, ενώ ο γιος του απολάμβανε αυτοκρατορικές τιμές στο παλάτι.

Ο νεαρός διεκδίκησε τον θρόνο στον οποίο είχε ανέβει αβίαστα και απροσδόκητα χωρίς καμία αμηχανία. Για αυτόν η ύψιστη τιμή ήταν επιθυμητή μόνο στον βαθμό που προσέφερε μεγαλύτερα μέσα για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Χωρίς να δίνει προσοχή στις υπενθυμίσεις και την πατρική καθοδήγηση των αρχόντων, περνούσε τις ημέρες του με τους συγχρόνους του παρέα με αυλητές και χορευτές, και σπαταλούσε σε ανόητα γλέντια τους θησαυρούς που είχαν συσσωρευτεί μέσω της λιτότητας των προηγούμενων ηγεμόνων. Μια τέτοια ανάξια συμπεριφορά προκάλεσε τη δυσαρέσκεια όσων είχαν συμβάλει στην ανύψωσή του σε τέτοιο βαθμό, που ύστερα από περίοδο είκοσι μηνών απόλαυσης της εξουσίας, αποφάσισαν να του επιτρέψουν να επιστρέψει στην προηγούμενη ανυπαρξία του και να στολίσουν τον εκθρονισμένο Μιχαήλ για δεύτερη φορά με το αξίωμα του μεγάλου δούκα.

Ο Ιωάννης Ευνούχος, ο διοικητής των Λιμνίων, σκοτώθηκε περίπου εκείνη την εποχή και η πόλη υποτάχθηκε στην αυτοκρατορική εξουσία. Ο Μιχαήλ μεταφέρθηκε στο παλάτι από τον μεγάλο δούκα, τον Σχολάριο, και στέφθηκε επίσημα αυτοκράτορας, ενώ ο γιος του Ιωάννης Γ΄ μεταφέρθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Σάββα, τον συνήθη τόπο εξορίας για τους εκθρονισμένους ηγεμόνες.4 Αυτή η νέα επανάσταση του θρόνου δεν φαίνεται να έλαβε χώρα με τη συγκατάθεση ολόκληρης της προηγουμένως νικηφόρας παράταξης, αλλά μάλλον, για άλλη μια φορά, στο πλαίσιο στενής επιτροπής καθώς, υπό τις διαταγές του Μιχαήλ, οι πιο διακεκριμένοι άρχοντες και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας εκτελέστηκαν και πάλι και οι θέσεις τους δόθηκαν σε άλλους.5 Όμως ο Μιχαήλ δεν κυβερνούσε πια τη χώρα των Μεγάλων Κομνηνών με την πλήρη και απόλυτη εξουσία που ασκούσαν οι προκάτοχοί του, καθώς η πραγματική εξουσία παρέμενε στα χέρια των λίγων φατριαστών στους οποίους όφειλε την άνοδό του.

Αν χρειάζονται περαιτέρω αποδείξεις ότι η υψηλή αριστοκρατία, η οποία ισχυρίζεται ότι ενεργεί για το καλό των βασιλέων ή των λαών, στην πραγματικότητα θέλει να καταπιέσει και τους δύο και απλώς να εδραιώσει τη δική της εξουσία, μπορεί κανείς να τις βρει στη συμπεριφορά των αρχόντων της Τραπεζούντας απέναντι στον Μιχαήλ Μεγάλο Κομνηνό. Διότι πριν από την απελευθέρωσή του από τη φυλακή στα Λιμνία υποχρεώθηκε να υπογράψει επίσημη συνθηκολόγηση και να ορκιστεί ότι θα ήταν ικανοποιημένος με το όνομα και τα διακριτικά της αυτοκρατορικής αξιοπρέπειας, αλλά θα άφηνε τις υποθέσεις της κυβέρνησης εξ ολοκλήρου στους απελευθερωτές του. Επιπλέον, ότι καμία συνθήκη, καμία ενέργειά του δεν θα είχε ισχύ νόμου, παρά μόνο αν εκείνοι είχαν δώσει την έγκρισή τους.

Αν και το στέμμα λίγα προσέφερε υπό τέτοιες συνθήκες, ο Μιχαήλ προτιμούσε να είναι σκιώδης ηγεμόνας της Τραπεζούντας παρά φυλακισμένος στα Λιμνία. Για περισσότερο από ένα χρόνο ο Μιχαήλ έφερε τα δεσμά αυτής της νέας τάξης, μέχρι που άλλη επανάσταση επανέφερε το παλιό σύνταγμα, σύμφωνα με το οποίο η απόλυτη εξουσία ανήκε νόμιμα στον αυτοκράτορα. Παραδόξως αυτή η νέα αναταραχή προήλθε από τον ίδιο τον λαό. Πικραμένοι από την αλαζονεία και την καταπίεση των ολιγαρχών, οι κάτοικοι της πρωτεύουσας θεωρούσαν διπλά άδικο το γεγονός ότι ένας απόγονος των παλαιών ηγεμόνων της χώρας φυλασσόταν σε επαίσχυντη εξάρτηση, σαν ανήλικος, στο παλάτι των πατέρων του. Αυτό το λαϊκό μίσος για τους ηγεμόνες έδωσε νέα πνοή στο αντίπαλό τους μέρος. Εξέγερση και εμφύλιος πόλεμος ξέσπασαν ξανά. Όμως ούτε η Κωνσταντινούπολη ούτε η Ιμερέτια, απ’ όπου τα αντιμαχόμενα μέρη προηγουμένως συμπλήρωναν εναλλάξ τις δυνάμεις τους, μπορούσαν να συμμετάσχουν σε αυτές τις αναταραχές των Τραπεζουντίων, αφού στην ίδια τη βυζαντινή επαρχία μαινόταν τετραπλός εμφύλιος πόλεμος, ενώ στη γη της Ιμερετίας η αταξία δεν ήταν λιγότερο καταστροφική απ’ όσο στην Τραπεζούντα.

Η λαϊκή παράταξη αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία της επικράτειάς της, οι ολιγάρχες για την επέκταση της εξουσίας τους. Πόλη και επαρχία ήσαν εχθρικές η μία προς την άλλη και καμία πλευρά δεν ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να υπερνικήσει πλήρως την άλλη. Αυτή η ισορροπία δυνάμεων παρέτεινε τη σύγκρουση εις βάρος της χώρας, όπου η δημόσια δυστυχία τελικά έφτασε σε τέτοιο επίπεδο, που τα υπολείμματα της ευημερίας εξαφανίστηκαν παντού και σε πολλά μέρη ακόμη και ο πληθυσμός εξαφανίστηκε εντελώς.

Αφού και τα δύο μέρη εξαντλήθηκαν στο έπακρο χωρίς να μειωθεί το ασυμφιλίωτο μίσος τους, αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν οικειοθελώς την απόλυτη εξουσία πίσω στον μεγάλο δούκα Κομνηνό, προκειμένου να αποτρέψουν την πλήρη κατάρρευση της αυτοκρατορίας. Κανένας από τους άρχοντες δεν εκτελέστηκε κατά την επαναφορά του παλαιού συντάγματος, όπως συνέβαινε πάντοτε προηγουμένως. Μόνο ο Νικήτας, μεγάλος δούκας και επικεφαλής των Σχολαρίων, μαζί με τον μεγάλο δομέστικο και μερικούς άλλους από τις τάξεις των ολιγαρχών φυλακίστηκαν και ο εκθρονισμένος Ιωάννης Γ΄ μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.6

Αυτές οι σκηνές, στιγματισμένες με όλες τις φρικαλεότητες των εμφυλίων πολέμων, μόνο καταστροφή έφεραν στους ντόπιους. Οι εμπορικές αποικίες των Γενουατών και των Ενετών που είχαν ιδρυθεί στην πρωτεύουσα και κατά μήκος των ακτών της Τραπεζούντας καταστράφηκαν επίσης και οι πληθυσμοί τους σφαγιάστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε γενική εξέγερση των Τραπεζουντίων. Λέγεται ότι αυτοί οι ξένοι θα γίνονταν πολύ ισχυροί και θα επέτρεπαν στον εαυτό τους να δείξει παρόμοια αλαζονεία προς τον εδαφικό ηγεμόνα, όπως είχαν κάνει οι αδελφοί τους στον Καφφά, στη γη των Τατάρων. Αναμφίβολα εκτός από την εμπορική ζήλια και το μίσος των ορθόδοξων Τραπεζουντίων απέναντι στους αιρετικούς Δυτικούς, αυτή η πράξη επηρεάστηκε επίσης σε μεγάλο βαθμό από τον φόβο ότι οι πολυάριθμοι και εριστικοί ξένοι, κατά τη διάρκεια της πολιτικής αναταραχής, θα εντάσσονταν σε ένα από τα εμπόλεμα μέρη και θα του έδιναν κυριαρχία ή ίσως ακόμη και, δεδομένης της γενικής δυστυχίας, θα στρέφονταν στην υποδούλωση των πόλεων. Ο Νικηφόρος φαίνεται να το υπονοεί αυτό με τα λόγια «μή τι νεωτερίσουσι».

Για να ολοκληρωθεί η καταστροφή της χώρας, το 1347, δηλαδή κατά το τέταρτο έτος της βασιλείας του Μιχαήλ, η πανούκλα, της οποίας τις φρικαλεότητες περιγράφει τόσο αριστοτεχνικά ο Βοκκάκιος στο Δεκαήμερό του, σάρωσε την πόλη και ολόκληρη την περιοχή της Τραπεζούντας. Η καταστροφή ήταν τόσο τρομερή, που από τους πέντε ανθρώπους μόλις ένας είχε απομείνει και αυτό το πενιχρό υπόλειμμα συχνά εξαφανιζόταν από σεισμούς και άλλα φυσικά φαινόμενα. Έτσι πολλές πόλεις της χώρας έμειναν εντελώς έρημες, όπως μας διαβεβαιώνει ο Βιλλάνι όταν γράφει: «Στην Τραπεζούντα και σε όλες αυτές τις χώρες δεν έμεινε ούτε ένας στους πέντε εξαιτίας της πανούκλας, ενώ πολλές περιοχές κατακλύστηκαν από την πανούκλα και από τις πιο φρικτές και καταστροφικές πληγές».7 Αυτές οι διαδοχικές καταστροφές, που είχαν πλήξει την αυτοκρατορία από τον θάνατο του Αλεξίου Β' σε περίοδο δώδεκα περίπου ετών, διέλυσαν τη δύναμη των ηγεμόνων της Τραπεζούντας σε τέτοιο βαθμό, που από τότε και στο εξής έχασαν σε μεγάλο βαθμό την αρχική τους επιρροή στις πολιτικές υποθέσεις των γύρω βασιλείων της Ανατολίας. Ήταν εδώ που οι μεγάλοι υποτελείς απέφευγαν την άμεση υπακοή στον Μεγάλο Κομνηνό και ασκούσαν ανεξάρτητη κυριαρχία από τα οχυρωμένα κάστρα τους στις απόκρημνες ακτές της θάλασσας, στις δασωμένες βουνοκορφές και στους βραχώδεις υφάλους στο εσωτερικό της χώρας.

Ο εμφύλιος πόλεμος είχε εκφυλίσει τα ήθη, είχε σκληρύνει το πολεμικό πνεύμα πολλών και είχε αποκαλύψει το μυστικό ότι ήταν δυνατό κανείς, χωρίς να ανήκει σε καμία από τις εμπόλεμες πλευρές, να διατηρεί την ελευθερία του εναντίον όλων. Η Τραπεζούς εκείνη την εποχή μπορεί να έμοιαζε από πολλές απόψεις με τις ευρωπαϊκές χώρες των γερμανικών εθίμων. Ιππότες και γιοι ηγεμόνων από την Κιρκασία, την Ιβηρία, τη Γεωργία, τη γη των Τουρκμένων και την Κιλίκια Αρμενία ταξίδευαν στη γη των κάστρων, στην αυλή του μεγάλου δούκα, για να ζήσουν περιπέτειες και να φλερτάρουν όμορφες κόρες.8 Ανάμεσα στη Σαμσούν και τις πύλες της Ιβηρίας πολλαπλασιάστηκε ένα πλήθος δυναστειών και ορεινών ηγεμόνων, επί των οποίων ο μεγάλος δούκας, αν και κατείχε εξέχουσα θέση ως γενικός ηγέτης, είχε μικρή εξουσία. Ο ηγεμόνας της Γκουρίας, των πεδινών μεταξύ Φάσιδος και Βαθέος, άλλοτε υποταγμένος στην Ιβηρική και άλλοτε στην Τραπεζουντιανή κυριαρχία, ανήλθε περίπου αυτή την εποχή για να γίνει ανεξάρτητος ηγεμόνας, ενώ οι Τζάνοι στις αλπικές κοιλάδες τους, μαζί με όλους τους πολεμοχαρείς λαούς στα βουνά κοντά στις πηγές του Τσορούχ, ζούσαν σε απόλυτη ελευθερία ανάμεσα στους ευγενείς τους. Ό,τι είχε ξεφύγει από τη διπλή μάστιγα του εμφυλίου πολέμου και της πανούκλας έπρεπε να βιώσει την οργή των ξένων εχθρών τον επόμενο χρόνο.

Για να εκδικηθεί το αίμα των δολοφονημένων Γενουατών, ένας γενουατικός στόλος εμφανίστηκε στις ακτές της Τραπεζούντας τον Ιανουάριο του 1345, κατέκτησε την Κερασούντα, τη δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας, και μετέτρεψε το μεγαλύτερο μέρος της σε στάχτη. Λίγους μήνες αργότερα οι μωαμεθανοί εμίρηδες προέλασαν κατά μήκος ολόκληρης της γραμμής από την Άρσινγκα [Έρζιντζαν] και την Παϊπέρτ στην περιοχή γύρω από τη Σίβας, με ολόκληρη τη δύναμή τους μέσα από τα βουνά μέχρι τα τείχη της πρωτεύουσας. Ακόμη και οι Τζανίδες, οι μακροχρόνιοι υπήκοοι του αυτοκράτορα, κατέβηκαν από τα αλπικά υψώματα και ένωσαν τα λεηλατητικά τους στρατεύματα με τους ξένους. Η απελπισία έδωσε θάρρος στους στρατιώτες του Μιχαήλ. Ο εχθρός απωθήθηκε, τουλάχιστον από την πλευρά της στεριάς, με απώλειες. Όμως το Οἰναιον και ο Άγιος Ανδρέας, συνοριακά φρούρια και πόλεις στην πλευρά που βλέπει προς την Αμισό, παραδόθηκαν και η αυτοκρατορική μοίρα, που αποτελούνταν από ένα μεγάλο πολεμικό πλοίο και πολλά μικρότερα, ηττήθηκε και πυρπολήθηκε από δύο γενουατικά πλοία από τον Καφφά. Η καταστροφή των παράκτιων περιοχών συνεχίστηκε, μέχρι που ο αυτοκράτορας κατέβαλε πλήρη αποζημίωση για όλες τις αδικίες που είχαν υποστεί οι Ιταλοί κατά τη διάρκεια της εξέγερσης ενώ, ως υπόσχεση μελλοντικής πίστης, τους παραχώρησε το φρούριο και την πόλη του Λεοντόκαστρου.

Αυτές οι επαναλαμβανόμενες ατυχίες απέδειξαν αρκετά ξεκάθαρα ότι ο ηλικιωμένος μέγας δούκας Μιχαήλ, ακόμη και με τη βοήθεια της απόλυτης κρατικής εξουσίας, ήταν ανίκανος να ηγηθεί του ασταθούς πλοίου του κράτους. Η αδυναμία γεννά περιφρόνηση. Ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να αποκαταστήσει την ελευθερία και τη χαμένη αξιοπρέπεια του μεγάλου δούκα στον Νικήτα Σχολάριο, που από την τελευταία επανάσταση του παλατιού ήταν κρατούμενος στο κάστρο των Κεγχρινών, ελευθερία την οποία αυτός ο ραδιούργος χρησιμοποίησε αμέσως, για να αφαιρέσει το στέμμα από το κεφάλι του άρχοντα και αφέντη του. Για την αδυναμία του να προστατεύσει την αυτοκρατορία ο Μιχαήλ κηρύχθηκε αφορισμένος από την παράταξη των ολιγαρχών και εκάρη μοναχός στη Μονή του Αγίου Σάββα, αφού κράτησε ατιμωτικά το σκήπτρο των αυτοκρατόρων της Ανατολίας για πέντε χρόνια και επτά μήνες.9

<-1.15. Βασίλειος Α΄ (1333-1340). Ζυμώσεις στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας 2.2. Αδυναμία και ευσέβεια του Ιωάννη Αλεξίου Γ΄. Διαμάχη με τον Μέγκολο Λερκάρι της Γένουας->
error: Content is protected !!
Scroll to Top