| <-2.8. Ιωάννης Δ΄. Πόλεμος εναντίον του Ζύχη και εναντίον του Μωάμεθ Β΄. Έναρξη του συνασπισμού Τραπεζουντίων-Τουρκομάνων εναντίον των Τούρκων | 2.10. Η μοίρα των ηττημένων-> |
Κεφάλαιο 2.9. Δαβίδ Α΄. Ο Μωάμεθ Β΄ καταστρέφει την Αυτοκρατορία Τραπεζούντας (1458-1462)
Μετά τον θάνατο του Καλογιάννη το στέμμα θα ανήκε στον Αλέξιο Ε΄. Αλλά ο Δαβίδ, ο αδελφός του εκλιπόντος, μπορεί να πίστευε ότι, στην επικίνδυνη κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί η αυτοκρατορία από το κατακτητικό πνεύμα του Μωάμεθ, η κηδεμονία ενός τετράχρονου παιδιού θα ήταν διπλά επιζήμια και, με τη βοήθεια των Καβαζιτών αρχόντων του Μεσοχαλδίου, των οποίων τους ηγέτες κατάφερε να κερδίσει, κατέλαβε τον χηρεύοντα θρόνο.1 Αυτοί οι άρχοντες του Μεσοχαλδίου ήσαν οι ίδιοι που πρόδωσαν τον Αλέξιο Δ΄ στον Καλογιάννη και επέτρεψαν στους δολοφόνους που στάλθηκαν να εισέλθουν στην αυτοκρατορική κρεβατοκάμαρα. Κατά τη διάρκεια της παρακμής της δύναμης των Μεγάλων Κομνηνών στους μακροχρόνιους εμφύλιους πολέμους είχαν διατηρήσει την ανεξαρτησία τους στην προαναφερθείσα επαρχία και τα γύρω εδάφη, απ’ όπου άλλοτε υποστήριζαν τον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, όπως στον πόλεμο εναντίον του Ζύχη, αλλά άλλοτε τον πρόδιδαν, όπως στην επανάσταση του 1447, ανάλογα με το τι φαινόταν να αποτελεί πλεονέκτημά τους.
Όμως ο Δαβίδ δεν διέθετε τις ικανότητες που θα δικαιολογούσαν τον σφετερισμό του, έστω και σε περιορισμένο βαθμό. Διότι, σύμφωνα με το Χρονικό της Μονεμβασίας, ήταν σκληρός και δειλός άνθρωπος.2 Ο Δαβίδ, που είχε βρεθεί ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη και είχε δει τον σουλτάνο Μωάμεθ, την ιδιοσυγκρασία του, τους μεγάλους στρατούς του και την τρομακτική πειθαρχία τους, δεν υποτίμησε ούτε στιγμή τον κίνδυνο στον οποίο βρισκόταν αυτός και η αυτοκρατορία του και συνέχισε με μεγάλο ζήλο τα αμυντικά μέτρα που είχε ξεκινήσει ο προκάτοχός του. Εξοπλισμός προετοιμάστηκε σε στεριά και θάλασσα. Σκόπευε να συγκεντρώσει 20.000 πολεμιστές και να επανδρώσει 30 γαλέρες. Οι πόροι προέρχονταν από τους θησαυρούς που είχαν συσσωρεύσει οι Μεγάλοι Κομνηνοί. Η στρατολόγηση γινόταν στην Ιβηρία, τη Γεωργία, τη Μινγκρελία και τα όρη της Τζανικής. Πυροβόλα είχαν ήδη μεταφερθεί στην Τραπεζούντα πριν από λίγο καιρό από Ενετούς και Γενουάτες ναυτικούς. Τα τείχη της πόλης και τα πλοία, εξοπλισμένα με κανόνια, απειλούσαν με βέβαιη καταστροφή τον εχθρό που θα πλησίαζε. Ο Χασάν, παροτρυνόμενος από την Τραπεζούντια σύζυγό του να υποστηρίξει την πατρίδα της και να πολεμήσει την οθωμανική εξουσία, κάτι που δεν έδειχνε ιδιαίτερη επιθυμία να κάνει, δεν φαινόταν αρκετά δυνατός για να σταματήσει τις επιθέσεις του Μωάμεθ με τα στρατεύματά του της Μεσοποταμίας. Πόσο μάλλον να διασχίσει τον Ευφράτη και να εισβάλει στην Ανατολία με τη βία, κάτι που ήταν απαραίτητο για να σωθεί η αυτοκρατορία. Γιατί ο Δαβίδ γνώριζε πολύ καλά ότι δεν μπορούσε να αναμένεται διαρκής ειρήνη για την Τραπεζούντα όσο ο Μωάμεθ και οι Τούρκοι ήσαν κύριοι της Μικράς Ασίας. Ως εκ τούτου, προσπάθησε να επεκτείνει τη συμμαχία των Τραπεζουντίων και των Ασπρο-Προβατάδων, που είχε σχεδιάσει ο Καλογιάννης, σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι στρατοί όλων των λαών από τον Καύκασο και τον Τίγρη μέχρι τη Βουργουνδία, και από τα Καρπάθια μέχρι τα νησιά της Μεσογείου, να ξεσηκωθούν και να επιτεθούν ταυτόχρονα στον παγκόσμιο εχθρό της πολιτικής ελευθερίας. Με αυτό κατά νου, διαπραγματεύτηκε με τον Νταντιάνι της Μινγκρελίας, με τον Γεώργιο, βασιλιά της Ιμερετίας και με τον Γκοργκόρα, ηγεμόνα στην άνω κοιλάδα του ποταμού Κουρ [Κύρου], οι οποίοι, αν και πολεμοχαρείς, είχαν ολιγάριθμους και ως επί το πλείστον εντελώς απείθαρχους στρατούς. Στάλθηκαν επίσης προτροπές στα οροπέδια της Αμπχαζίας και της Αλανίας, για να φέρουν μαχητικούς ανθρώπους στο λάβαρο του Γεωργίου ενάντια στον εχθρό του Χριστιανισμού. Ο αδύναμος ηγεμόνας της Κιλίκιας Αρμενίας, ο Ισμαήλ της Σινώπης, άρχοντας πλούσιος σε χρυσάφι αλλά φτωχός σε θάρρος, και ο σουλτάνος της Καραμανίας, που είχε προηγουμένως κατακτηθεί από τους Τούρκους, κλήθηκαν να συμμετάσχουν στη μεγάλη συμμαχία επειδή, πάνω απ' όλους τους άλλους, αναμενόταν να γίνουν θύματα του Μωάμεθ. Σε επιστολή προς τον δούκα Φίλιππο της Βουργουνδίας ο Δαβίδ κατονομάζει όλους αυτούς τους ηγεμόνες ως συμμάχους δικούς του και του Χασάν. Οι προσπάθειες του Δαβίδ στην Ανατολή υποστηρίχθηκαν πιστά από τον Πίο B΄ στη Δύση. Ο αδελφός Λουδοβίκος, Μινορίτης μοναχός, ήρθε ο ίδιος στην Τραπεζούντα ως παπικός εκπρόσωπος. Επισκέφθηκε την Ιβηρία, τη Γεωργία, και μάλιστα ταξίδεψε στο Ντιγιάρμπακιρ στον Χασάν, στη Μικρή Αρμενία και την Καραμανία, για να προκαλέσει πόλεμο εναντίον του Μωάμεθ παντού και να φέρει εκπροσώπους από αυτές τις χώρες στην Ευρώπη.3 Ο ίδιος ο Πίος έγραψε στους περισσότερους ηγέτες της Χριστιανοσύνης και οργάνωσε εκκλησιαστική συνέλευση στη Μάντουα, για να αποτρέψει, ει δυνατόν, την πτώση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας μέσω ταχείας και δυναμικής βοήθειας και να καταστρέψει τους Οθωμανούς, προκαλώντας γενικό ενθουσιασμό. Έγινε η πιο επιμελής προσπάθεια να κερδίσουν την υποστήριξη του δούκα της Βουργουνδίας, επειδή ήταν ισχυρός και πλούσιος. Υποσχέθηκαν να τοποθετήσουν το βασιλικό στέμμα της Ιερουσαλήμ στο κεφάλι του μετά την κατάκτηση της Ανατολίας. Αναμφίβολα κατόπιν συμβουλής του αδελφού Λουδοβίκου, στάλθηκαν στον Φίλιππο επιστολές από την Τραπεζούντα, την Ιβηρία και τη Γεωργία, καθώς και πρέσβεις από όλα τα προαναφερθέντα ανατολικά βασίλεια, ακόμη και από τη μακρινή Μεσοποταμία. Ο Αινείας Σύλβιος [Πίος Β’] διέσωσε τις επιστολές για εμάς.
Είναι όμως γεμάτες υπερβολές και, όπως τις έχουμε τώρα, είναι φρικτά παραμορφωμένες με γεωγραφικές, ιστορικές και γραμματικές ανακρίβειες, και όλες φαίνεται να έχουν γραφτεί αρχικά στα λατινικά από τον ίδιο άνδρα. Τα κύρια ονόματα που εμφανίζονται σε αυτές είναι, ως επί το πλείστον, εντελώς αγνώριστα και μαρτυρούν τη μεγαλύτερη άγνοια. Για παράδειγμα, ο ηγεμόνας Ισμαήλ μπέης της Σινώπης, απόγονος του Ισφεντιγιάρ, ονομάζεται εδώ Asmailberch filius dispendiarii και stipendiarii. Ο Χασάν μπέης assan-Bey αλλά Aliembech και Asserberch, γιος του Cara-Ilug· Eπίσης Anocasie αντί για Abghasia· Othonianorum αντί για Othomanorum· Taramanus αντί για Caramanus· Aranorum και Githorum αντί για Alanorum και Gothorum. Ο καθένας μπορεί να κρίνει μόνος του από το λατινικό πρωτότυπο της επιστολής της Τραπεζούντας που παρέχεται εδώ.
Illustrissime Dux Burgundiae.
Ego David Imperator Trapessundarum post plurimam Salutem libenter ad te scribo de his, quae hie apud nos occurrunt, ut cum certior factus pro tua religione et amore erga fidem nostrum possis deliberare quid tibi agendum sit. Super enim ego et reliqui Christiani Principes, qui in istis summis4 regionibus, foedus atque ligam injecimus inter nos bellum gerendi contra Turcos, et ego filiam Calthoiannis5 fratris et praedecessoris mei uxorem dedi Assembech, qui filius fuit Carailuch potentissimi Principis.6 Et hoc feci ut ipse firmus sit et fidelis in liga, quam nobiscum fecit et perseveret in bello gerendo contra Turcum qui tenet Constantinopolim, cum quo bellum jam gerere incepit, multasque illi regiones et oppida pugnando cepit, quae prope confinia erant sua: nunc vero reversus est in patriam suam. Itaque nos et ipsi parati sumus et exspectamus adventum vestrum contra infideles, quem admodum dominus Papa ad nos scripsit, et per suum Oratorem nobis significavit, quod vos Latini principes debeatis inire consilium in civitate Mantuana ut faceretis exercitum contra infideles. Quod si facietis , nos parati sumus. Ego cum XXX. biremibus et cum XX. milibus hominum. Asambech promptus est exire ad bellum istud cum quinquaginta milibus hominum ad bellandum et subigendam Bursiam et totam Nataleam.7 Quapropter rogo illuminatissimam dominationem tuam ut placeat tibi dare aliquod principium huic bello ex partibus Ungariae. Nam si vos aliquod impedimentum etiam parvum Turco inferetis, ut ipse ad diversas partes distrahatur, nos adeo ipsum urgebimus ex latere nostro, ut facile destrui et debellari possit. Et si dominatio tua deliberat ad hoc intendere et venire et aIiquem tuorum mittere, nos omnes Orientales principes promittimus tibi praestare omne auxilium, opem, et quicquid in nobis erit ad recuperandam Hierusalem, et te illius Regem constituemus. Et ut scias qui simus, qui confoederati sumus , et hoc tibi promittimus. Ego in primis qui paratus sum (ut dixi) cum XXX biremibus et XX milibus hominum: Georgius Rex Persarum prompt us est cum LX milibus hominum: Gorgora Dux Georgianae paratus est cum XX milibus equitum. Bendiam Rex Mirigreliae8 cum suo filio promptus est cum LX milibus hominum quod illi facile erit: Rabin cum suo fratre et suis baronibus cum XXX milibus hominum. Natio Githorum et Aranorum, promittunt militare sub vexillo Georgii Regis Persarum. Dardebech dominus Armeniae minoris cum X milibus hominum; Asambech, affinis meus (ut dixi) infidelis promisit nobis dare transitum, et personaliter venire cum quinquaginta milibus hominum. Sunt etiam nobiscum confoederati duo alii infideles domini, Caromanus et dominus Sinoppi, qui continue quaerunt quomodo possint se vindicare de Turco Constantinopolitano, et terras suas recuperare. Aliud impraesentiarum ad Dominationem tuam non scribo, nisi quod commendo tibi Michaelem de Algeorii Baronem et Oratorem meum quem ad te mitto, cui fidem plenam super istis rebus adhibeas, qui verbis omnem intentionem et deliberationem nostram exponet. Iterum te oro, ut ne permittas hoc nostrum pium negotium et inceptum frustra fieri, quoniam a Deo factum credimus. Ego ex illo tempore quo amicitiam contraxi cum hominibus tuis qui ad has partes perrenerunt, semper mihi agnitus es, tuique honoris, et dignitatis fautor semper fui eroque. Vale in Christo. Data Trapessundae in palatio nostro residentiae. Anno Domini MCCCCLIX. Die XXII. Aprilis.9
Ο Πίος Β’ συνόδευσε επίσης τις προαναφερθείσες επιστολές και πρεσβείες με επιστολή προς τον Φίλιππο, δούκα της Βουργουνδίας, η οποία είχε το ακόλουθο περιεχόμενο:
Pius Episcopas Servus Servorum Dei
Dilecto filio nobili Duci Burgundiae, S. et A. B.
Invalescente magno Turco fidei Christiatiae adversario, et infinitos pene Christianos SaIvatoris nostri Jesu Christi Sanguine in Crucis patibulo abunde effuso liberatos in suam servitutem redigente felicis recordationis praedecessores nostri, maxime Nicolaus quintus et Calixtus tertius curam assumserunt, ne Turcus iste praevalere, pro viribus providendi, et quia sperabant in Europa posse tantum efficere, quod Reges et Principes Christiani se voluntarios et fideles Christi milites in hoc necessario tempore ostenderent, quisque eorum ad Asiam et Orientis partes misit dilectum filium Lodovicum de Bononia, fratrem ordinis Minorum de observantia regulari, ut is pro sua prudentia amicos excitaret, ad faciendum similiter arma contra Turcum. Nos autem cum in Praedecessorum praedictorum labores divina ordinatione successimus, Mantuam accedentes, simili spe ibidem Christianorum exercitum adunandi, eundem fratrem Ludovicum misimus cum instructionibus opportunis Christianos et Christianorum amicos concordandi, et ut in Turcos eos vires conjungerent incitandi, data ei spe nos in Europa nullatenus defuturos. Accedens frater Ludovicus omnia sibi per nos commissa diligentissime et prudentissime est executus, qui ut optimam illorum Regum et Principum obedientiam et devotionem, quam habent ad hanc sedem Apostolicam, intelligere possemus, curavit secum advenire dilectos filios Michaelem Imperatoris Trapessundarum, Nicolaum Regis Persarum, Costopam Ducis Georgione, Mannethen Assenbech Soldani Mesopotamiae, Morathum Verbrecht in Armenia Dominum, Oratores et nuntios, qui nobis literas attulerunt Dominorum suorum exprimentes favorem ad praesumtuosissimi Turci destructionem et simul motivam desideriorum nostrorum executionem. Quoniam vero talium Regum et Principum conclusiones ad honorem Dei et fidei nostrae tuitionem tendunt, ideo volumus tuam Serenitatem participem fieri, ipsisque injunximus, ut cum praefato fratre Ludovico nuntio et Oratore nostro ad tuam veniant Celsitudinem, et singula, quae nobis verbo et scriptis responderunt, plene referant. Desideramus itaque a tua Excellentia ut tam ipsum Ludovicum quam ipsos Orientalium Principum Oratores etiam nostra contemplatione ad tuam admittas audientiam, et suorum Dominorum ad ea quae Christi sunt devotionem attente consideres, attendatque tua nobilitas, quod non minus quam Orientis Reges, obligatur ad similia et majora in communis hostis destructionem pro viribus impendenda, et de hoc nos ac ipsos simul et totam ecclesiam ratam et cousolatam reddes, eosdemque quantotius ad nos remittas votive expeditos. Commisimus autem dicto fratri Ludovico ut nostro nomine Celsitudinem tuam reddat certiorem, nos in omnibus Mantuae ordinatis pronos et paratos sine defectu futuros quantum ad nos attinet, quin etiam ultra quae ibi conclusa sunt, et nos concernunt omnia nobis possibilia in Dei laudem adjiciemus.
Datum Romae apud Sanctum Petrum. Anno Incarnationis MCCCCLX. Idibus Januarii, pontificatus nostri anno tertio. Sic Signatum A. de Hirsparto.10
Ακόμα κι αν κάποιος είναι πρόθυμος να δεχτεί ότι ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας, απειλούμενος πάνω απ' όλα με καταστροφή, μπορούσε να συγκεντρώσει και να πληρώσει 20.000 άνδρες ακόμη και χωρίς τη συνεργασία των αρχόντων, αλλά είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο Νταντιάνι της Μινγκρελίας, η οποία ήταν πάντοτε μικρή, πυκνά δασωμένη και φτωχή χώρα, θα μπορούσε να είχε εξοπλίσει 30.000 από αυτούς, ακόμη κι αν ολόκληρος ο πληθυσμός που μπορούσε να φέρει όπλα είχε επαναστατήσει, κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί σε πόλεμο που διεξαγόταν σε ξένο έδαφος. Σύμφωνα με τον Αμπρόζιο Κατρέλι, που ο ίδιος διέσχισε αυτή τη χώρα λίγα χρόνια αργότερα, ήταν τριήμερο μόνο ταξίδι, γεμάτο βουνά και δάση και κατοικημένο από ανθρώπους οι οποίοι, λόγω της βαναυσότητάς τους, θα μπορούσαν να συγκριθούν με άγρια ζώα.11
Μεταγενέστερες αναφορές δείχνουν ότι η περιοχή του Νταντιάνι είχε πληθυσμό 12.000 οικογενειών, οι οποίες σίγουρα δεν μπορούσαν να στείλουν 30.000 ένοπλους άνδρες πέρα από τα σύνορα.
Ακόμη πιο μυθικά από τον μεγάλο στρατό του Νταντιάνι είναι τα νέα για κάποιον Γεώργιο, βασιλιά των Περσών, ο οποίος, σύμφωνα με τις αφηγήσεις του Δαβίδ, ήθελε να βαδίσει εναντίον της Ανατολίας με 50.000 άνδρες, αλλά σύμφωνα με τις δικές του, με 40.000. Αυτός ο βασιλιάς της Περσίας, όπως αυτοαποκαλείται, είναι ο ίδιος βασιλιάς (Μέφε) Γεώργιος, στον οποίο ήρθε ο Φραντζής από την Κωνσταντινούπολη το 1431, για να βρει νύφη για τον τελευταίο Παλαιολόγο. Κυβερνούσε τη γη μεταξύ της Μινγκρελίας και της περιοχής της Τραπεζούντας, που τώρα ονομάζεται Ιμερέτι. Οδηγημένος από ματαιοδοξία και ανόητα έθιμα, αυτοαποκαλούνταν Βασιλιάς των Περσών επειδή κάποια απομεινάρια των στρατών των Σασσανιδών του Χοσρόη Ανουσιρβάν είχαν επιβιώσει στη χώρα, και πολλά μέλη αυτής της δυναστείας, εκδιωγμένα από τις μεγάλες επαναστάσεις στο Ιράν, είχαν εγκατασταθεί στον Καύκασο. Στην Περσία εκείνη την εποχή κυβερνούσε ο μεγάλος κατακτητής Τζάχαν Σαχ της Μαύρης Ορδής.
Αυτός ο Γεώργιος, καθώς και οι άλλοι σύμμαχοι, έπρεπε να διώξουν ολόκληρο τον ανδρικό πληθυσμό από τη χώρα τους, προκειμένου να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους. Κανένας όμως από αυτούς τους Καυκάσιους ηγεμόνες δεν ήταν σοβαρά διατεθειμένος, για χάρη της επιβίωσης του Δαβίδ, να εμπλακεί σε πόλεμο με τους Τούρκους, οι οποίοι βρίσκονταν ακόμη μακριά.
Ο ηγεμόνας που σε αυτές τις αναφορές ονομάζεται Γκοργκόρα, συνήθως διέθετε 9.000 ιππείς με τη βοήθεια δύο από τους οπαδούς του. Αρνήθηκε όμως να στείλει αυτούς τους ιππείς για να πολεμήσουν τον Μωάμεθ και στη συνέχεια δέχτηκε επίθεση και τιμωρία από τον Χασάν.
Ο Δαβίδ έστειλε επίσης αντιπροσώπους στην ισχυρή Δημοκρατία της Βενετίας, με την οποία οι Τραπεζούντιοι είχαν στενές επαφές από το 1410, για να παραλάβουν μισθοφορικά στρατεύματα και πυροβολικό.12
Από όλους τους Ανατολικούς συμμάχους που είχαν υποσχεθεί στον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας τόσο πολλές δυνάμεις επικουρίας, ο Δαβίδ μπορούσε να βασίζεται το πολύ στον Χασάν σε περίπτωση ανάγκης. Και αυτό δεν οφειλόταν τόσο στο ότι εκείνος μπορεί να ήταν ήδη διατεθειμένος να ανοίξει πόλεμο με τον τρομερό σουλτάνο, αλλά μάλλον στο ότι, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του Zeno, η Δέσποινα Χατούν, η οποία είχε μεγάλη επιρροή στην αυλή του Ντιγιάρ-Μπεκρ, τον ενθάρρυνε με όλη τη δύναμη της ευγλωττίας της να υποστηρίξει τον αυτοκράτορα. Ο Χασάν ήταν πράγματι μεγαλόψυχος από τη φύση του και γεμάτος πολεμικό πνεύμα. Αλλά ο ίδιος έπρεπε ακόμη να κερδίσει την αποφασιστική μάχη για την ύπαρξή του εναντίον του σουλτάνου Τζάχαν Σαχ. Όμως είχε μόλις επιστρέψει από τις εκστρατείες του εναντίον του Χορασάν στην Ανατολή, για να υποτάξει τους επαναστατημένους γιους του και στη συνέχεια να στρέψει αμέσως τα νικηφόρα όπλα του εναντίον του κατακτητή του Χαμίντ,13 που ήθελε να καταπνίξει εν τη γενέσει του το ανησυχητικό μέγεθος της Λευκής Ορδής.
Οι ηγεμόνες της Σινώπης, της Καραμανίας και της Μικρής Αρμενίας σίγουρα δεν στερούνταν θέλησης να ταπεινώσουν τον Μωάμεθ, αλλά ήσαν εν μέρει πολύ τσιγκούνηδες για να ανοίξουν τα θησαυροφυλάκια τους και να εξοπλίσουν τεράστιους στρατούς, και εν μέρει πολύ δύσπιστοι ο ένας προς τον άλλον. Οι σύμμαχοι γενικά δεν διέθεταν ενότητα και άνευ όρων αλληλεγγύη, και κατά συνέπεια την ψυχή και τη ζωή όλων των κοινών επιχειρήσεων. Και ο Δαβίδ, ο οποίος έπρεπε να αναλάβει τον ρόλο της αναζωογόνησης της συμμαχίας, ήταν ο λιγότερο κατάλληλος από όλους. Φοβισμένος και δειλός τύραννος, δεν μπορούσε να εμπνεύσει με ενθουσιασμό για την ελευθερία ούτε καν τους δικούς του υπηκόους, πόσο μάλλον να θερμάνει τους μωαμεθανούς της Σινώπης, της Λάρανδας, της Κασταμῶνος και του Χαμίντ για τη σωτηρία ενός χριστιανικού κράτους. Ο ανόητος εναπόθετε τις ελπίδες του στην υποστήριξη της Ανατολής και της Δύσης· δεν βασιζόταν στον εαυτό του. Δίσταζε μπροστά στο μέγεθος του εγχειρήματός του και αποφάσισε πρώτα να διαπραγματευτεί φιλικά με τους Τούρκους, ζητώντας από τον Χασάν, μέσω πρεσβείας στον Μωάμεθ, να μεριμνήσει για την απαλλαγή του ετήσιου φόρου υποτέλειας για την Τραπεζούντα.
Οι απεσταλμένοι από τη Μεσοποταμία έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη το 1459 και απαίτησαν όχι μόνο την απαλλαγή από τον ετήσιο φόρο που κατέβαλε ο Δαβίδ, αλλά και τα οφειλόμενα φιλοδωρήματα που λέγεται ότι έστελνε ο παππούς του Μωάμεθ στους Ακ-Κογιουνλού ετησίως. Σύμφωνα με τον Λαόνικο, ο σουλτάνος έδωσε απειλητική απάντηση: σύντομα θα μάθαιναν τι έπρεπε να απαιτούν από τον ηγεμόνα των Οθωμανών. Σύμφωνα με τον Δούκα όμως, τους είπε απλώς να φύγουν. Τον επόμενο χρόνο ο ίδιος θα ερχόταν στην Αρμενία για να ξεπληρώσει το χρέος του.
Αν και ο Μωάμεθ, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είχε άμεσο λόγο να φοβάται επίθεση από τους συμμάχους, παρ' όλα αυτά αποφάσισε να διαλύσει αυτή την τραπεζουντιανή-τουρκομανική ένωση κρατών πριν αναπτυχθεί πλήρως, και μέσω της καταστροφής της, να στερήσει μονομιάς την ελπίδα τους από τους ανήσυχους λαούς του Μοριά και της Ανατολίας, καθώς και από όλους εκείνους που περίμεναν ακόμη την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό (ut relut e conspectu libertas lotteretur).
Την άνοιξη του 1461 έκανε μεγάλης κλίμακας προετοιμασίες από θάλασσα και στεριά. Στόλος εκατό πλοίων συγκεντρώθηκε στα λιμάνια της Προποντίδας και ισχυρός χερσαίος στρατός συγκεντρώθηκε στην Προύσα της Βιθυνίας.14
Ο ίδιος ο Μωάμεθ μπήκε στο στρατόπεδο για να παροτρύνει με την παρουσία του τη συγκέντρωση των ενόπλων δυνάμεων. Τα νέα για αυτές τις στρατιωτικές προετοιμασίες σκόρπισαν τον τρόμο στη Σινώπη, την Τραπεζούντα, τoν Καφφά στην Κριμαία και στα ακόμη ανίκητα νησιά του αρχιπελάγους. Γιατί κανείς δεν μπορούσε να ξέρει εναντίον ποιου εχθρού λαμβάνονταν στην πραγματικότητα αυτά τα ισχυρά μέτρα. Για τους ίδιους τους Τούρκους, ολόκληρη η επιχείρηση ήταν μυστική. Και ήταν στο ίδιο στρατόπεδο στη Μπρούσα που ο καδής, στην περίεργη ερώτησή του για τον εχθρό εναντίον του οποίου βάδιζαν, έλαβε την οργισμένη απάντηση του σουλτάνου: Αν ήξερε ότι έστω και μια τρίχα από τη γενειάδα του γνώριζε το μυστικό, θα την ξερίζωνε και θα την έριχνε στη φωτιά.15 Ο Ισμαήλ της Σινώπης ο οποίος, μεταξύ των συμμάχων, ήταν εκείνος που βρισκόταν πιο κοντά στον τουρκικό στρατό, έστειλε απεσταλμένους στον Πίο Β' την ίδια χρονιά, με μεγαλεπήβολες υποσχέσεις σε περίπτωση που οι Ευρωπαίοι ανάγκαζαν τον τουρκικό στρατό να αποσυρθεί από την Ασία επιτιθέμενοι στην Ελλάδα. Αλλά, γράφει ο Αινείας Σύλβιος, longum est Christianos, non modo armare, sed consulturos de sumendis armis congregare.16
Προκειμένου να συνδυάσει την πονηριά με την ισχύ και να παραλύσει τις αμυντικές προσπάθειες του ηγεμόνα της Σινώπης, ο σουλτάνος τον διαβεβαίωσε γραπτώς ότι τα στρατεύματα στην Προποντίδα δεν απειλούσαν με κανέναν τρόπο την ασφάλεια του κράτους του και στρέφονταν μόνο εναντίον των απίστων στην Τραπεζούντα. Του έγραψε σύμφωνα με τη δήλωση του Saad-eddin: «Δεδομένου ότι στο θησαυροφυλάκιο των αυτοκρατορικών σκέψεων βρίσκεται η απόφαση να ευλογηθούν οι περιοχές της Τραπεζούντας με τα λάβαρα του Ισλάμ, ο μεγαλοπρεπής στόλος έχει σταλεί για να φέρει εις πέρας αυτό το σημαντικό ζήτημα» και, ύστερα από πολλές διαβεβαιώσεις φιλίας, κατέληγε με την ακόλουθη πρόταση: «Η αμφιβολία ότι ο πιο ευγενής και λαχταριστός μου πόθος είναι η ευτυχής κατάκτηση της Τραπεζούντας δεν θα βρει έδαφος».17
Παρά τις επανειλημμένες αυτές διαβεβαιώσεις, ο σουλτάνος, στο στρατόπεδο της Άγκυρας, όπου είχε βαδίσει με τον χερσαίο στρατό του μετά το τέλος της άνοιξης του 1462, απαίτησε από τον εξαπατημένο Ισμαήλ, του οποίου ο γιος είχε έρθει με πλούσια δώρα, την παράδοση της χώρας και της πρωτεύουσας σε αντάλλαγμα για μια ευρωπαϊκή επαρχία ίσης απόδοσης. Για να δώσει βαρύτητα σε αυτό το αίτημα, ο οθωμανικός στόλος εμφανίστηκε κάτω από τα τείχη της Σινώπης. Ο Ισμαήλ, έκπληκτος και εγκαταλειμμένος από τους συμμάχους του, παραδόθηκε χωρίς αντίσταση, αν και 400 κανόνια στέκονταν στα τείχη της πρωτεύουσάς του και φρουρά 10.000 ανδρών, εκ των οποίων 2.000 ήσαν οπλισμένοι με μουσκέτα (τηλεβολίσκοις), επέτρεπε μακροχρόνια άμυνα. Έφυγε με όλους τους θησαυρούς από χρυσό και πολύτιμους λίθους και όλη την κινητή περιουσία και έλαβε αφορολόγητη κυριότητα της περιοχής της Φιλιππούπολης στην Ευρώπη.
Ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας και ο σουλτάνος της Μεσοποταμίας είχαν παρακολουθήσει με ψυχραιμία την πτώση του συμμάχου τους. Ο Μωάμεθ εισέβαλε αμέσως στην Αρμενία μέσω Αμάσειας και Σεβάστειας και, αφού νίκησε τουρκομανικό στρατό υπό τον Χουρσίτ μπέη όχι μακριά από το Κογιουνλού Χισάρ, κατέλαβε την πόλη Άρσινγκα. Από εκεί ο Ουζούν υποχώρησε στα ορεινά περάσματα του Κεμάχ κατά την προσέγγιση του νικηφόρου και πολύ ανώτερου οθωμανικού στρατού, προκειμένου να υποδεχτεί εκεί τα υποχωρούντα υπολείμματα του στρατού του Χουρσίτ.
Υπό αυτές τις συνθήκες η τουρκoμανική αυτοκρατορία ήταν ακόμη πιο επιρρεπής στην ειρήνη καθώς, ύστερα από σύντομη αντίσταση, το Κογιουνλού Χισάρ, το συνοριακό της φρούριο εναντίον της Ανατολίας, παραδόθηκε στους Τούρκους. Η Σάρα Χατούν, μητέρα του Χασάν, και ο Χασάν Κιέρτ, μαζί με πολλούς άλλους Τουρκομάνους ηγέτες, εμφανίστηκαν στο εχθρικό στρατόπεδο για να επιτύχουν ειρηνική διευθέτηση μεταξύ των αντιμαχομένων μερών. Σύντομα συνήφθη ειρήνη, υπό την προϋπόθεση ότι οι Τουρκομάνοι δεν θα έκαναν καμία μελλοντική εισβολή στην οθωμανική Ανατολία, θα αποκήρυσσαν αμέσως τη συμμαχία τους με την Τραπεζούντα και θα άφηναν αυτή την αυτοκρατορία στην τύχη της.18
Οι προσπάθειες της Σάρα Χατούν να συμπεριλάβει τον Μεγάλο Κομνηνό στη συνθήκη ειρήνης της Άρσινγκα ήταν εξίσου μάταιες με το τέχνασμά της να αποτρέψει τον Τούρκο αυτοκράτορα από τον πόλεμο κατά της Τραπεζούντας, παρουσιάζοντας λανθασμένα τους κινδύνους των απρόσιτων βουνών, των αδιαπέραστων δασικών φαραγγιών και της έλλειψης προμηθειών.19 Η πτώση του Δαβίδ είχε αποφασιστεί.
Κατά τη διάρκεια των αψιμαχιών και των διαπραγματεύσεων με τον Χασάν, ο στόλος είχε ήδη αποπλεύσει από τη Σινώπη και εμφανίστηκε μπροστά στην Τραπεζούντα. Έβαλε φωτιά στα προάστια και προσπαθούσε επί τριανταδύο ημέρες να εισβάλει στην πόλη, αλλά μάταια. Ο Δαβίδ δεν γνώριζε ακόμη ότι ο στενότερος σύμμαχός του είχε κάνει ειρήνη, ενώ στο φρούριο, καλά εφοδιασμένος με πολεμοφόδια και προμήθειες, αμύνθηκε εύκολα ενάντια στις επιθέσεις των τουρκικών πλοίων, καθώς πίστευε ότι ο χερσαίος στρατός είχε εμπλακεί σε μάχη με τους Ακ Κογιουνλού. Αλλά όταν έφτασε η είδηση ότι ο Μωάμεθ, αυτοπροσώπως και με ολόκληρη τη δύναμή του, διείσδυε στα βουνά της Τζανικής για να περικυκλώσει την Τραπεζούντα και από την πλευρά της στεριάς, έγινε εντελώς δειλός και αποφάσισε να σώσει, αν όχι την αυτοκρατορία, τουλάχιστον θησαυρούς και ζωές μέσω διαπραγματεύσεων. Όταν ο Μαχμούτ πασάς, ο οποίος βγήκε πρώτος από τα φαράγγια με την προέλαση του τουρκικού στρατού και κατέλαβε τη θέση Σκυλολίμνη, κάλεσε την πρωτεύουσα να παραδοθεί, ο Δαβίδ έδειξε ότι ήταν έτοιμος να την παραδώσει υπό ορισμένες συνθήκες χωρίς περαιτέρω μάχη.
Ο Μαχμούτ είχε συνομιλία με τον Γεώργιο, πρωτοβεστιάριο της Τραπεζούντας, και μέσω αυτού έστειλε το ακόλουθο αίτημα από τον Οθωμανό σουλτάνο στον μεγάλο δούκα: «Προς τον Αυτοκράτορα Τραπεζούντας, της αυτοκρατορικής γραμμής των Ελλήνων, από τον Μωάμεθ τον Πατισάχ (Bασιλεύς Μἐγας): Βλέπετε τι απέραντη έκταση γης ταξίδεψα για να φτάσω εδώ, αφού αποφάσισα να σας πολεμήσω. Αν παραδώσετε την πρωτεύουσά σας χωρίς καθυστέρηση, θα σας παραχωρήσω γη, όπως έδωσα στον Δημήτριο [Παλαιολόγο], τον Έλληνα ηγεμόνα του Μοριά, στον οποίο έδωσα πλούτο, νησιά και την όμορφη πόλη της Αίνου ως δώρο. Τώρα ζει ειρηνικά και είναι ευτυχισμένος. Όμως, αν δεν ακούσετε αυτές τις προτάσεις αλλά είστε αποφασισμένοι να αντισταθείτε, να ξέρετε ότι η καταστροφή της πόλης είναι κοντά. Γιατί δεν θα φύγω από εδώ, μέχρι να γκρεμίσω τα τείχη και να σκοτώσω ντροπιαστικά όλους τους κατοίκους».
Μέσα από αυτές τις απειλές, φοβισμένος, πολιορκημένος από θάλασσα και στεριά, εγκαταλειμμένος από όλους όσοι του είχαν υποσχεθεί βοήθεια, ο Δαβίδ απάντησε στον Τούρκο διοικητή: οι Τραπεζούντιοι είχαν πάντοτε εκπληρώσει ευσυνείδητα τις υπάρχουσες συνθήκες και, στέλνοντας τον αυτοκρατορικό αδελφό στην Πύλη, είχαν δείξει την προθυμία τους να συμμορφωθούν με τις εντολές του Πατισάχ σε όλα. Είχαν επίσης μιλήσει με τον διοικητή του στόλου και τον είχαν παρακαλέσει να μην καταστρέψει τη χώρα, επειδή ήσαν έτοιμοι να παραδοθούν μόλις ο ίδιος ο σουλτάνος εμφανιζόταν εντός των τειχών, με την προϋπόθεση ότι θα παντρευόταν την κόρη του μεγάλου δούκα και θα του παραχωρούσε γη από την οποία θα μπορούσε να αποκομίζει τόσο εισόδημα όσο και από το βασίλειο της Τραπεζούντας.
Με αυτές τις προτάσεις, ο Μαχμούτ πήγε να συναντήσει τον σουλτάνο. Εκεινοι όμως ήθελε μόνο να ακούσει για άνευ όρων υποταγή και, γεμάτος θυμό, αποφάσισε να καταλάβει την πόλη με τη βία, επειδή είχε ακούσει ότι η αυτοκράτειρα Ειρήνη είχε φύγει πριν φτάσει ο στόλος. Όμως τελικά πείστηκε, ιδιαίτερα από τις παρακλήσεις της Σάρα Χατούν, να κάνει ειρήνη με τον Δαβίδ με βάση τις προαναφερθείσες προτάσεις και να επιβεβαιώσει με όρκο την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχαν αναληφθεί. Ταυτόχρονα επιτράπηκε στον μεγάλο δούκα να πάρει μαζί του όλους τους θησαυρούς του από χρυσό, ασήμι και χαλκό, καθώς και τους υπηρέτες του παλατιού και όλη την κινητή περιουσία. Στη συνέχεια τουρκικό απόσπασμα κατέλαβε την πόλη. Ο αυτοκράτορας, μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του, όλους τους συγγενείς, τους ευγενείς αξιωματούχους και τους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας, ρίχτηκαν σε πλοία για να μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη.20
Το ότι ο Δαβίδ δεν περίμενε τόσο γρήγορη επίθεση από τον Τούρκο αυτοκράτορα είναι γεγονός σαφές από μόνο του, αλλά κυρίως από το ότι οι προετοιμασίες για την άμυνα στα φαράγγια των Τζανικών βουνών δεν είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί. Περίμενε ότι η Σινώπη, η Καραμανία και ιδιαίτερα ο Χασάν θα κρατούσαν τις ανατολικές δυνάμεις απασχολημένες για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως τις εξαντλούσαν πριν φτάσουν στα σύνορα της απομακρυσμένης Τραπεζούντας, προστατευμένης πίσω από βουνά. Όμως, σαράντα περίπου ημέρες μετά την κατάληψη της Σινώπης, η Ανατολία είχε διασχιστεί, είχε συναφθεί ειρήνη με τον Χασάν και η εμπροσθοφυλακή του Μωάμεθ είχε αναπτυχθεί σε στρατόπεδο στη Σκυλολίμνη. Αν ο Δαβίδ ήταν πολεμιστής, οι Τούρκοι δεν θα είχαν καταλάβει την Τραπεζούντα τόσο σύντομα, αφού θα έπρεπε να διασχίσουν τα βουνά χωρίς πολιορκητικό πυροβολικό και σχεδόν χωρίς ιππικό, και η πόλη, υπερασπιζόμενη από καλούς στρατιώτες και κανόνια, δεν θα μπορούσε να είχε καταληφθεί εξ εφόδου λόγω της τοποθεσίας της. Η έλλειψη προμηθειών θα είχε καταστρέψει τους Τούρκους ή θα τους είχε εκδιώξει από τη χώρα τους. Ο Δούκας και ο Σααντ-εντίν λένε ομόφωνα ότι ο Μωάμεθ άφησε πίσω του πολλές οχυρωμένες θέσεις και κάστρα ανεκμετάλλευτα και έχασε πολλούς άνδρες λόγω έλλειψης προμηθειών.21 Στην ευρωπαϊκή Ελλάδα, όπου οι άνθρωποι εξεπλάγησαν από την ταχεία κατάκτηση του φρουρίου της Τραπεζούντας, επικρατούσε η γενική άποψη ότι ο Δαβίδ είχε προδοθεί από τον πρωτοβεστιάριο Γεώργιο. Λέγεται ότι είχε καλέσει κρυφά τον σουλτάνο να κηρύξει πόλεμο εναντίον των Τραπεζουντίων και είχε πείσει τον μεγάλο δούκα να παραδοθεί χωρίς αντίσταση. Αυτός ο πρωτοβεστιάριος Γεώργιος ήταν στενός συγγενής του Μαχμούτ πασά, ο οποίος είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά μπροστά στην Τραπεζούντα με την εμπροσθοφυλακή και είχε συνομιλήσει μαζί του. Οι μητέρες τους ήσαν αδελφές και κατάγονταν από την πόλη της Τραπεζούντας.
Η μητέρα του Μαχμούτ είχε πάει στην αυλή του δεσπότη της Σερβίας συνοδεύοντας μια πριγκίπισσα της Τραπεζούντας και είχε παντρευτεί έναν ευγενή της χώρας. Ο Γεώργιος, ως ένας από τους κορυφαίους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας, είχε αρκετή δύναμη για να παραλύσει την άμυνα και να σπείρει την απελπισία στους στρατιώτες, κάνοντάς τους όλους πρόθυμους να παραδοθούν. Οι μεγάλες διακρίσεις που έλαβε αργότερα στην Οθωμανική Πύλη, ενώ οι άλλοι μεγάλοι γνώρισαν την πτώση τους, τεκμηριώνουν επαρκώς την απιστία του.22 Ο συγγραφέας του Turko-Graecia λέει ευθέως ότι η κατάκτηση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ήταν εξ ολοκλήρου αποτέλεσμα των ύπουλων μηχανορραφιών αυτού του πρωτοβεστιάριου Γεωργίου.23 Επομένως, διαβάζει κανείς και στον Marini, από τη Βενετία, την πόλη που συμμάχησε με την Τραπεζούντα εκείνη περίπου την εποχή, την ακόλουθη παρατήρηση που συνάδει με τις ελληνικές παραδόσεις: Il Turco aquistò l’Imperio di Trabisonda più con frode che coll’arme.24
Εκτός από αυτές τις προδοσίες του ίδιου του λαού του, υπήρχαν και οι απαιτήσεις της Σάρα Χατούν, της μητέρας του Ουζούν Χασάν, η οποία, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του Σααντεντίν και του Καντεμίρ, έπεισε επίσης τον Μεγάλο Κομνηνό να διερευνήσει τις περιστάσεις. Έτσι, το καλοκαίρι του 1462, αυτό το φρούριο της Τραπεζούντας, που δεν είχε κατακτηθεί ποτέ από ξένους κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έπεσε ντροπιαστικά στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων, και η περίφημη Αυτοκρατορία των Κομνηνών κατέρρευσε, αφού είχε υπάρξει για 258 χρόνια υπό είκοσι ηγεμόνες από την ίδρυσή της από τον Αλέξιο Α'.
| <-2.8. Ιωάννης Δ΄. Πόλεμος εναντίον του Ζύχη και εναντίον του Μωάμεθ Β΄. Έναρξη του συνασπισμού Τραπεζουντίων-Τουρκομάνων εναντίον των Τούρκων | 2.10. Η μοίρα των ηττημένων-> |
