n_ch_1_02

Σημειώσεις Κεφαλαίου 1.2

[←1]

Σημ. του μετ.: Σουλεϊμάν Α’, πρώτος σουλτάνος των Σελτζούκων του Ρουμ (1077-1086).

[←2]

Σημ. του μετ.: Σουλτάνος της αυτοκρατορίας των Γαζναβιδών (998-1030).

[←3]

Σημ. του μετ.: Τον Ώξο (Αμού Ντάρια).

[←4]

Σημ. του μετ.: Τουρκομάνος αρχηγός, ιδρυτής της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Σελτζούκων. Κυβέρνησε 1037-1063.

[←5]

Σημ. του μετ.: Σουλτάνος της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Σελτζούκων (1063–1072).

[←6]

Σημ. του μετ.: Σουλτάνος της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Σελτζούκων (1072–1092).

[←7]

Σημ. του μετ.: Ο Κιλίτζ Αρσλάν ήταν γιος του Αμπντούλ Κασίμ και επομένως εγγονός και όχι γιος του Σουλεϊμάν.

[←8]

Οι Βυζαντινοί Κίνναμος και Νικήτας γράφουν αυτό το όνομα Κλιτζιεσθλάν ή Κλιτζιασθλάν, ο Τραπεζούντιος Πανάρετος όμως Γλιτζιασθλάνης και Χλιτζαεσθλάνης, ορθογραφίες από τις οποίες πιθανότατα κανείς δεν θα καταλάβει λάθος το Klıdschı-Arslan των τουρκικών χρονικών. Το i στο τέλος ομιλείται στα τουρκικά αλλά δεν γράφεται, όπως για παράδειγμα στη φράση: Trabuzun tekfuri korbachtung tscheschmi umidi tire oldi, δηλαδή «Ο άγγελος της ελπίδας σκοτείνιασε τον άτακτο πρίγκιπα της Τραπεζούντας». Οι τουρκικές λέξεις tekfur, «πρίγκιπας» και tacheschm, «μάτι», έχουν ένα «i» που προστίθεται στην προφορά τους εδώ. Ομοίως, στα περσικά, ο «γαλακτώδης (γλυκός) καρπός» γράφεται ber schirin και προφέρεται beri schirin. Παρεμπιπτόντως, στα γερμανικά λέγεται Löwen-Schweri.

[←9]

Σημ. του μετ.: Σουλτάνος των Σελτζούκων του Ρουμ (1204–1205).

[←10]

Σημ. του μετ.: Κυβερνήτης (1154–1174) της επαρχίας Συρίας της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Σελτζούκων.

[←11]

Nοtices et Extraits des Manuscripts du Roy, τόμ. I, σελ. 560 και 574.

[←12]

Κιννάμος 7.2, CSHB σελ. 294-295.
Ἀλλ’ ὅπερ ἐλέγομεν, Μιχαὴλ μὲν ἐπὶ Ἀμάσειαν ἔπεμψεν· ὁ δὲ τὸν Δαμάλεως πορθμὸν διαβὰς εὐθὺ Μελαγγείων ἐχώρει. ἔνθα ἔκ τε Βιθυνίας καὶ τοῦ Ῥυνδακοῦ χωρίων στράτευµα ἀγείρας ἱκανὸν ἐξῄει ἐπὶ τὰ Δορυλαίου πεδία, τὰ ἐκεῖσε Ῥωμαίων φρούρια εἰρήνης κατεχούσης ἔτι τῶν ἐπιτηδείων ἐμπλησόµενος καὶ τοῖς τῷ σουλτὰν δυσμεναίνουσι θάρσος ἔτι μᾶλλον ἐμποιήσων, πρὸς δὲ καὶ Δορύλαιον ἀνοικοδομήσων. τὸ δὲ Δορύλαιον τοῦτο ἦν μὲν ὅτε πόλις ἦν µεγάλη τε εἴπερ τις τῶν ἐν Ἀσίᾳ καὶ λόγου ἀξία πολλοῦ. αὔρα τε γὰρ τὸν χῶρον ἁπαλὴ καταπνεῖ, καὶ πεδία παρ’ αὐτὴν τέταται λειότητός τε ἐπὶ πλεῖστον ἥκοντα καὶ ἀμήχανόν τι προφαίνοντα κάλλος, οὕτω μέντοι λιπαρὰ καὶ οὕτως εὔγεω, ὡς τήν τε πόαν δαψιλῆ μάλιστα ἐκδιδόναι καὶ ἁβρὸν παρέχεσθαι ἄσταχυν. ποταμὸς δὲ διὰ τοῦ τῇδε τὸ νᾶμα πέµπει καὶ ἰδέσθαι καλὸς καὶ γεύσασθαι ἡδύς. πλῆθος ἰχθύων τοσοῦτον δὲ ἐννήχεται τούτῳ, ὅσον εἰς δαψίλειαν τοῖς τῇδε ἁλιευόµενον ἑλλιπὲς οὐδαμῆ γίνεσθαι, ἐνταῦθα Μελισσηνῶν ποτε καίσαρι οἰκίαι τε ἐξωκοδόμηνται λαμπραὶ καὶ κῶμαι πολυάνθρωποι ἦσαν θερμά τε αὐτόματα καὶ στοαὶ καὶ πλυνοί, καὶ ὅσα ἀνθρώποις ἡδονὴν φέρει, ταῦτα δὴ ὁ χῶρος ἄφθονα παρεῖχεν. ἀλλὰ Πέρσαι, ὁπηνίκα ἡ κατὰ Ῥωμαίων ἤκμαζεν ἐκδρομή, τήν τε πόλιν εἰς ἔδαφος βεβλημένην ἀνθρώπων ἔρημον παντάπασιν ἐπεποίηντο καὶ τὰ τῇδε πάντα µέχρι καὶ ἐπὶ λεπτὸν τῆς πάλαι σεµνότητος ἠφάνισαν ἴχνος. ἡ μὲν δὴ πόλις τοιάδε τις ἦν. τότε δὲ Πέρσαι ἀμφὶ δισχιλίους περὶ ταύτην νομάδες ὡς ἔθος ἐσκήνουν· οὓς δὴ ἐκεῖθεν ἀπαναστήσας βασιλεὺς χάρακά τε τῆς πόλεως οὐ μακρὰν ἄποθεν περιβαλὼν τὰ πρὸς τειχοδοµίαν ἐξηρτύετο. καὶ ἡ μὲν κατὰ τάχος ἠγείρετο, σχήματος μὲν πολλῷ τοῦ πρότερον ἔνδον ὑποκεχωρηκυῖα, τοῦ δὲ εἰς ἄκραν αὐτῇ ἀνεστηκότος τὰ πρότερον γηλόφου ὀλίγῳ δὴ ἀποτέρω καὶ ἀπὸ ταὐτοῦ πάντοθεν τοῦ διαστήματος τὸν περίβολον στρέφουσα.

[←13]

Αυτή η πόλη, η Αμισός, ονομάζεται Σαμσούν από τους Μουσουλμάνους συγγραφείς, όνομα που αρχικά αναφερόταν στη νέα πόλη που κατακτήθηκε από τους Σελτζούκους, αλλά επεκτάθηκε σε ολόκληρη την πόλη μετά την κατάκτηση του χριστιανικού τμήματος. Όμως μερικοί Βυζαντινοί χρησιμοποίησαν το όνομα Σαμψούς ακόμη νωρίτερα ως συλλογική ονομασία.

[←14]

Le-Beau, Hist. du Bas-Empire, βιβλ. 96.

[←15]

Odoricus Raynald ad ann. 1202, αριθ. 28.

[←16]

Abulpharagius, σελ. 448, γραμμή 3.

[←17]

Νικήτας στον Βαλδουίνο, σελ. 403, εκδ. Βενετίας.
Ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ Νικομήδους ὁ Δαυὶδ οὗτος προσεπέλασε διά τινος αὐτῷ στρατηγοῦντος μείρακος, Συναδηνοῦ τὴν ἐπίκλησιν, στράτευμα ξυναγείρας ὁ Λάσκαρις κατ᾿ αὐτοῦ ἔπεισι, διὰ μὲν τῆς τετριμμένης καὶ λείας ἔμφασιν δοὺς πορεύεσθαι, ἐκπεριελθὼν δὲ τραχεῖαν ἄλλην καὶ δύσβατον καὶ προσπεσὼν ἀφώρατος τῷ Συναδηνῷ. ὅθεν καταστρατηγήσας οὕτω τὸν νεανίαν αὐτόν τε συνείληφε καὶ τὸ ἐκείνου στράτευμα διεσκέδασε καὶ τὸν Δαυὶδ μὴ περαιτέρω προϊέναι τῆς Ποντικῆς Ἡρακλείας παρέπεισε.

error: Content is protected !!
Scroll to Top