Κεφάλαιο 1.2. Κατάσταση των εδαφών γύρω από την Τραπεζούντα. Αγώνας εναντίον της Νικαίας, της Γεωργίας και του Ικονίου
Όταν ο οίκος των Κομνηνών εκδιώχθηκε από την Κωνσταντινούπολη στην Κολχίδα, είχαν περάσει μόλις εκατό χρόνια από τότε που οι Σελτζούκοι Τούρκοι, υπό τον εμίρη Σουλεϊμάν,1 είχαν ιδρύσει την Αυτοκρατορία του Ικονίου. Δεν μπορεί να περιγραφεί εκτενώς εδώ πώς αυτοί οι Σελτζούκοι ξεκίνησαν για πρώτη φορά από τα σπίτια τους πέρα από τον Ιαξάρτη και, κατά την εποχή του Μαχμούντ της Γάζνα,2 αρχικά σε μικρές ομάδες αλλά σταδιακά με αμέτρητα ιππικά στρατεύματα, διέσχισαν τον ποταμό Τζιχούν3 από τη Σαμαρκάνδη και τη Μπουχάρα και εγκαταστάθηκαν στην περσική επαρχία του Χορασάν· πώς στη συνέχεια νίκησαν τον σουλτάνο Μασούντ σε μεγάλη μάχη όχι μακριά από τη Μερβ και ανύψωσαν τον Τογρούλ-μπεγκ,4 έναν από τους ευγενείς τους, στη θέση του σουλτάνου του Χορασάν· ούτε πώς ο διάδοχός του, ο Αλπ Αρσλάν,5 κέρδισε την προαναφερθείσα διάσημη μάχη του Μαντζικέρτ στην Άνω Αρμενία, στην οποία ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Ρωμανός Διογένης έχασε τόσο τη νίκη όσο και την ελευθερία. Ούτε πώς ο νικητής έπεσε δολοφονημένος το επόμενο έτος 1072 και ο Μαλίκ Σαχ Τζελαλεντίν,6 ο μεγαλύτερος ηγεμόνας της εποχής του, κυβερνούσε από την έδρα του στο Ισφαχάν όλους τους λαούς από τα σύνορα της Κίνας μέχρι τον Βιθυνικό Όλυμπο. Όλα αυτά πρέπει να θεωρηθούν γνωστά εδώ. Έχει επίσης σημειωθεί νωρίτερα ότι κατά την εποχή της εισβολής των Σελτζούκων στην Ανατολία, κάθε τάξη στην Ελληνική Αυτοκρατορία είχε διακοπεί λόγω της εξέγερσης των Βυζαντινών κυβερνητών στις επαρχίες, των επαναστάσεων των παλατιών στην πρωτεύουσα και της πλήρους αναστάτωσης της κρατικής διοίκησης, και ότι, ειδικά στην Ανατολία, είχε προκύψει απίστευτη σύγχυση κοινωνικών συνθηκών.
Υπό αυτές τις συνθήκες οι πρώτες ομάδες Σελτζούκων Τούρκων διέσχισαν τον Ευφράτη και, υπό τον Κουτουλμίς, προέλασαν στη Μικρά Ασία. Οι Έλληνες επαναστάτες Βρυέννιος και Νικηφόρος Βοτανειάτης ζήτησαν τη βοήθειά τους και, με τυφλή παραταξιακή οργή, παρέδωσαν τη χώρα στους ξένους μέχρι το Στενό της Κωνσταντινούπολης. Άλλες ομάδες μωαμεθανών νομάδων, χωρίς καμία συλλογική συνεργασία, χωρίς τάξη ή σχέδιο, βάδισαν μέσα από τις ανοιχτές πύλες της Ανατολίας και εγκαταστάθηκαν στις οχυρωμένες θέσεις της οροσειράς του Ταύρου, λεηλατώντας επαρχίες που είχαν εγκαταλειφθεί από την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης. Ο Κουτουλμίς έπεσε στην παραταξιακή αναταραχή με άλλον στρατό που έστειλε ο Μαλέκ Σαχ, και ο Σουλεϊμάν, ο γιος του Κουτουλμίς, υποχώρησε στο Φαράγγι του Ταύρου και από εκεί κατέκτησε τις πόλεις του ορεινού τμήματος της Κιλικίας, την αρχαία πόλη Ικόνιο και ολόκληρη την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας μέχρι τη Νἰκαια και τη Νικομήδεια στην Προποντίδα. Άφησε τον γιο του Κιλίτζ Αρσλάν [Α’] ως κυβερνήτη στο Ικόνιο για να φυλάει το κέντρο και τον πυρήνα της νέας αυτοκρατορίας.7
Ταυτόχρονα με τους Σελτζούκους, Τουρκομάνοι νομάδες από τις στέπες ανατολικά της Κασπίας Θάλασσας είχαν εισβάλει στην Καππαδοκία και, υπό τον εμίρη τους Ισμαήλ, γιο του Ντανισμέντ, είχαν καταλάβει τις πόλεις Καισάρεια και Σεβάστεια (Σίβας), μαζί με τις ορεινές περιοχές της Νέας Μεσοποταμίας και μέρος της περιοχής των Χαλδαίων.
Οι διάδοχοι του Ισμαήλ ονομάζονταν σουλτάνοι της Μεγάλης Καππαδοκίας και η άμεση επικράτειά τους Ντανισμέντ, ενώ η γη από το Καρς και το Ερζερούμ στην Άνω Αρμενία μέχρι τον ποταμό Ίρι ονομαζόταν γενικά Γη των Τουρκμένων. Όμως η αυτοκρατορία του Σελτζούκου Σουλεϊμάν, που βρισκόταν πίσω τους, ονομαζόταν κυρίως Ρουμ, και ο ίδιος, από την πρωτεύουσά του Ικόνιο, ονομαζόταν σουλτάνος ή άρχοντας του Ικονίου στη Γη του Ρουμ.
Αυτοί οι ίδιοι σουλτάνοι του Ικονίου έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσουν την πλήρη οργή των δυτικών σταυροφορικών στρατών, επειδή οι κτήσεις τους, που βρίσκονταν στην καρδιά της Ανατολίας, εμπόδιζαν την πρόσβαση στη Συρία και τον Πανάγιο Τάφο. Φυσική συνέπεια αυτού του συνεχώς ανανεούμενου αγώνα ήταν ότι οι στρατοί τους σύντομα έγιναν οι πιο επιδέξιοι, και οι ίδιοι οι πιο διορατικοί και σοφοί στρατηγοί σε αυτές τις περιοχές και προσπάθησαν να καταστρέψουν την ελευθερία των άλλων εμίρηδων στην οροσειρά του Ταύρου, την Καππαδοκία και τη Γαλατία. Υπό τον Κιλίτζ Αρσλάν Γ΄,8 ο οποίος ανέβηκε στον θρόνο το 1155 και κατά τη διάρκεια μακράς και λαμπρής βασιλείας τριανταεπτά ετών υπέταξε τη Μεγάλη Καππαδοκία και όλη τη Γη των Τουρκμένων μέχρι τα βουνά της Τραπεζούντας, το Ικόνιο ανήλθε σε κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολία, αλλά μόνο για μικρό χρονικό διάστημα, αφού, λίγο πριν οι Κομνηνοί καταφύγουν στην Κολχίδα, ο σουλτάνος μοίρασε τα εδάφη του στους δέκα γιους του, προκαλώντας έτσι δεκαπέντε χρόνια διαμάχης μεταξύ των αδελφών και εναντίον του, που είχε κρατήσει την υπέρτατη εξουσία για τον εαυτό του. Κατά τη διάρκεια αυτών των εσωτερικών αναταραχών ο Κιλίτζ έχασε τη ζωή του και το νέο του δημιούργημα έχασε όλη τη λαμπρότητα που του είχαν χαρίσει οι προηγούμενες νίκες.
Παρεμπιπτόντως, αυτοί οι σουλτάνοι του Ρουμ δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να θεωρούνται απόλυτοι ηγεμόνες της Ανατολίας. Ήσαν απλώς οι πρώτοι μεταξύ ίσων, και η κυριαρχία τους εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ανωτερότητα που κατάφερναν να επιτύχουν απέναντι στους εμίρηδες μέσω των εξαιρετικών τους ιδιοτήτων και της σοφής χρήσης των συνθηκών της εποχής. Όλοι οι ηγεμόνες του Κουτλουμούς και του Ντανισμέντ αναγνώριζαν αρχικά τον μεγάλο Μαλέκ Σαχ και τους διαδόχους του ως ανώτατους άρχοντες τους, και με αυτό το πνεύμα ακόμη και ο νικηφόρος Κιλίτζ Αρσλάν Γ΄9 αναγκάστηκε να παρατάξει το απόσπασμά του εναντίον των Φράγκων στη Συρία. Αυτός, όπως και ο διάσημος πολεμιστής Νουρεντίν,10 ήσαν απλώς υποτελείς του Σελτζούκου αρχηγού του Ιράν, του ηγεμόνα της Ασίας, όπως μας διαβεβαιώνει ο Ιμπν αλ-Αθίρ, μουσουλμάνος χρονικογράφος του 13ου αιώνα.11 Αλλά όταν οι εσωτερικές φατρίες αρχικά συγκλόνισαν τον θρόνο του Χαμαντάν και στη συνέχεια κατέστρεψαν ολοσχερώς τους Χωρασμίους και τους Μογγόλους, ο δεσμός που έδενε τον σουλτάνο του Ικονίου και τους άλλους εμίρηδες στο Ρουμ με τους «απογόνους του Μαλέκ Σαχ» διαλύθηκε επίσης. Οι προαναφερθείσες διαμάχες των πριγκίπων του Ικονίου στη συνέχεια παρείχαν σε όλους τους αρχηγούς που γέμισαν τη γη από το Ερζερούμ στην Άνω Αρμενία, μέσω των Κομάνων και της Νεοκαισάρειας, μέχρι την Κασταμώνα στην Παφλαγονία, τα μέσα για να αποφύγουν σταδιακά την υπακοή στην πύλη του Ικονίου. Σε όλες αυτές τις περιοχές που συνόρευαν με την Τραπεζούντα, καθώς και στην υπόλοιπη Ανατολία που καταλάμβαναν οι Σελτζούκοι, είχε αναδυθεί ένα υπέροχο μείγμα σκυθικής μεγαλοπρέπειας και απλότητας με την εκκαθάριση και εξαχρείωση του ελληνικού κόσμου. Ακόμη και η γη συχνά έπαιρνε διαφορετική εμφάνιση. Μεγαλοπρεπείς πόλεις με κιονοστοιχίες, παλάτια και ναοί είχαν εξαφανιστεί, ειδικά στις περιοχές των Τουρκομάνων νομάδων, οι οποίοι προτιμούσαν θάμνους και πλούσια βοσκοτόπια από τους επιχρυσωμένους ναούς και τους ανθισμένους κήπους. Το Δορύλαιο, μια από τις πιο όμορφες πόλεις της Ανατολίας, που βρισκόταν σε έναν παράδεισο, ισοπεδώθηκε από τους Τουρκομάνους μαζί με όλα τα παλάτια και τα μεγαλεία του, ενώ τα ερείπιά του, που σύντομα γέμισαν με γρασίδι, έγιναν το στρατόπεδο μιας νομαδικής ορδής.12 Ομοίως η μεγάλη Καισάρεια είχε βυθιστεί σε ερείπια, ενώ άλλες πόλεις έχασαν είτε τα τείχη τους είτε μερικούς από τους κατοίκους τους. Με το πλήθος των αρχηγών, κάθε ασφάλεια είχε εξαφανιστεί από τη χώρα, και λόγω των αμέτρητων συμμοριών ληστών, όπως μας διαβεβαιώνει ο Abulpharagius, τα ταξίδια ήσαν δυνατά μόνο σε μεγάλα, εξοπλισμένα καραβάνια. Μαύρες τσόχινες καλύβες Τουρκομάνων νομάδων κάλυπταν τα άλλοτε ακμάζοντα φρούρια της Ανατολίας, και όπου υπήρχε ορεινό πέρασμα, φαράγγι ή δύσκολο στην πρόσβαση πέτρινο κάστρο, ήταν έδρα κάποιου είδους οδηγού, ενός εμίρη, αψηφώντας τη δύναμη του ηγεμόνα του Ικονίου. Αυτό ήταν το κράτος της Μικράς Ασίας την εποχή που ο Αλέξιος Κομνηνός ίδρυσε την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.
Η επικράτεια της νέας κυριαρχίας, που εκτεινόταν σε μακριά λωρίδα από ανατολικά προς δυτικά, διακοπτόταν μόνο από την Αμισό, τη ναυτική πόλη, μαζί με αρκετές άλλες γειτονικές πόλεις που κατείχαν μωαμεθανοί από το Ρουμ. Αυτό το αρκετά συμπαγές, αλλά όχι εκτεταμένο, τμήμα της ακτής της Αμισού ήταν σημείο του οποίου την άμυνα οι μωαμεθανοί του Ικονίου έπρεπε να φυλάσσουν με κάθε επιμέλεια και επιμονή, αν δεν ήθελαν να αποκοπούν εντελώς από τη Μαύρη Θάλασσα.
Όμως ο Έλληνας κυβερνήτης της Αμισού, του οποίου τα συμφέροντα ήσαν συνυφασμένα με εκείνα των μωαμεθανών γειτόνων του, φαινόταν να θέλει να διεκδικήσει την ελευθερία του απέναντι στην Τραπεζούντα όχι λιγότερο απ’ όσο απέναντι στο Βυζάντιο και τη Νίκαια. Και η αδυναμία των Τραπεζουντίων να ξεπεράσουν την πρώτη σημαντική αντίσταση στη φιλοδοξία και την επιθυμία για εξύψωση του νέου τους μονάρχη μας δείχνει αρκετά καθαρά ότι οι λαοί εκείνης της εποχής εμπνέονταν από αυτή τη φιλοδοξία και την επιθυμία για εξύψωση της νέας τους ανδρείας, όπως κάποτε υπό τον μεγάλο στρατηγό και βασιλιά τους, ο οποίος είχε αγωνιστεί με τη Ρώμη για παγκόσμια κυριαρχία.
Οι κάτοικοι της Νεοποντιακής Αυτοκρατορίας προφανώς δεν επιθυμούσαν να κατακτήσουν, αλλά να απολαύσουν ειρηνικά και ανεμπόδιστα ό,τι είχαν αποκτήσει μέσω της καλλιέργειας της πατρίδας τους ή μέσω του εμπορίου. Οι Ίβηρες στη Φάση ήθελαν έναν υπέρτατο προστάτη ενάντια στις επιθέσεις των Γεωργιανών, ενώ οι κάτοικοι της Τραπεζούντας και της Σινώπης ήθελαν να εξασφαλίσουν τον πλούτο τους ενάντια στη λεηλασία της παράλογα επιεικούς και ανίσχυρης αυλής της Κωνσταντινούπολης και ενάντια στις επιδρομές από το Ικόνιο και τις Τουρκομανικές περιοχές.
Ο Δαβίδ φαίνεται ότι είχε κατανοήσει πλήρως τις συνθήκες της εποχής. Διότι, στη γενική επιδίωξη της κυριαρχίας στις ακόμη ανεκμετάλλευτες επαρχίες της Ασίας και, μέσω αυτών, στην επιδίωξη για το ρωμαϊκό αυτοκρατορικό στέμμα, η επιτυχία θα εξαρτιόταν μόνο από την ταχύτητα με την οποία εφαρμόζονταν τα μέτρα που λαμβάνονταν. Ως εκ τούτου ο Δαβίδ κάλεσε επειγόντως τον αυτοκράτορα στο στρατόπεδο στην Ηράκλεια. Ο Αλέξιος όμως δίσταζε συνεχώς, όπως το θέτει ο Νικήτας, παρέμενε στην περιοχή της Τραπεζούντας και δεν έδινε σημασία στις προσκλήσεις του αδελφού του. Είναι όμως σαφές ότι, με την απλή εμφάνισή του επικεφαλής καλά οργανωμένου στρατού, θα είχε εύκολα ενώσει σε μεγάλη αυτοκρατορία τις ανυπεράσπιστες περιοχές της Βιθυνίας και της Φρυγίας γύρω από τον ποταμό Σαγγάριο και τον Όλυμπο, μαζί με τις ακτές της Ιωνίας. Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι θα είχαν ευχαρίστως ριχτεί στην αγκαλιά του, ως απόγονο των αρχαίων Κομνηνών, έστω και μόνο για να ξεφύγουν από τις φρικαλεότητες της αναρχίας ή της δυτικής δουλείας με την οποία απειλούνταν αυτές οι πλούσιες και όμορφες χώρες. Ο Gibbon βρίσκει τις αιτίες αυτού του ακατανόητου δισταγμού στη φιλοσοφία και την ικανοποίηση του Αλεξίου της Τραπεζούντας, αλλά εμείς τους αναζητούμε, ίσως με καλύτερο λόγο, στην κατάσταση και την πολιτική των κρατών της Ανατολίας εκείνη την εποχή, και πιστεύουμε ότι μπορούμε να χαρακτηρίσουμε καλύτερα τη φύση της ανθρώπινης καρδιάς, αν ισχυριστούμε ότι ο Αλέξιος εμποδίστηκε να δράσει πιο δυναμικά στις ακτές της Προποντίδας και του Ελλησπόντου όχι από τη σοφία και την περιφρόνηση για το γήινο μεγαλείο, αλλά από την παρόρμηση για το υπέρτατο.
Τρία πράγματα περιόρισαν την ώθηση των φιλόδοξων προσπαθειών του: ο Σάββας, ηγεμόνας της Αμισού, η πολιτική του Θεοδώρου Λάσκαρι, και τα ανήσυχα κινήματα των λαών του Καυκάσου.
Ο Σάββας, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι μόνος του δεν μπορούσε να αντισταθεί στη δύναμη της Τραπεζούντας, είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει έναν εχθρό για αυτήν και συμμάχους για τον εαυτό του, κάτι που του είχε επιτρέψει η πολιτική κατάσταση της πόλης. Η Αμισός αποτελούνταν από δύο πόλεις, τα τείχη των οποίων απείχαν μόλις μια ανάσα.13 Η Νέα Πόλη, η Σαμσούν των Ανατολιτών, ανήκε ήδη στους μουσουλμάνους την εποχή του προαναφερθέντος σουλτάνου Κιλίτζ Αρσλάν του Ικονίου, και έπεσε στον Ρουσεντίν κατά τη διαίρεση της αυτοκρατορίας, όπως μας πληροφορεί ο Νικήτας. Μόνο που θα έπρεπε να είχε προσθέσει ότι ο Ρουσεντίν δεν κατείχε και τις δύο πόλεις, επειδή ο ίδιος αργότερα αφηγείται ότι «μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, ο Σάββας, ο Βυζαντινός κυβερνήτης της Αμισού, προσπάθησε επίσης να καταλάβει την πορφύρα». Ο Σάββας ένωσε τις δυνάμεις του με τον μωαμεθανό αρχηγό της Σαμσούν για να υπερασπιστούν και να πολεμήσουν από κοινού τον στρατό των Νεο-Κομνηνών, ενώ ο Δαβίδ, με το μεγαλύτερο μέρος των αυτοκρατορικών δυνάμεων, υπέταξε τις νότιες ακτές του Ευξείνου Πόντου μέχρι τον Σαγγάριο.
Tαυτόχρονα όμως ολόκληρη η γραμμή των Τούρκων εμίρηδων, από τα σύνορα του Ευφράτη μέχρι την Άγκυρα της Γαλατίας, τέθηκε σε κίνηση από τις νίκες των Τραπεζουντίων. Δικαίως φοβούνταν ότι ο Αλέξιος, ο αυτοκράτορας της Ανατολής, αφού υπέτασσε όλες τις χριστιανικές βυζαντινές χώρες της Ανατολίας, θα τους έδιωχνε και από τις όμορφες κοιλάδες του Πόντου και θα ανανέωνε τα σχέδια των Βυζαντινών Κομνηνών, των προγόνων του, των οποίων το κύριο μέλημα ήταν να αποσπάσουν τη Νεοκαισαρεία, την Αμάσεια, τις πλούσιες πεδιάδες των Κομάνων και τις παραθαλάσσιες πόλεις από τα μουσουλμανικά χέρια, προκειμένου να ανακτήσουν τον μεγάλο δρόμο προς την Ανατολή από τον Βόσπορο μέσω της Παφλαγονίας και του βόρειου άκρου της Μικράς Ασίας, τον οποίο η Αυτοκρατορία του Ικονίου είχε αποκλείσει πάνω από τον Ταύρο της Κιλικίας.
Την ίδια περίπου εποχή (Μάιος 1204), ο Γιασεντίν Κάι Χοσρόης, ο καλύτερος και σοφότερος από τους γιους του Κιλίτζ Αρσλάν, είχε επίσης καταφέρει να ανέβει στον θρόνο του Ικονίου και να εξορίσει τις δυνάμεις της διχόνοιας από την αυτοκρατορία εκδιώκοντας όλους τους αντιπάλους.
Ο Θεόδωρος Λάσκαρις, ο κύριος αντίπαλος του Αλεξίου της Τραπεζούντας στην προσπάθειά του να κατακτήσει το ρωμαϊκό αυτοκρατορικό στέμμα, σύναψε συνθήκη ειρήνης μαζί του και ταυτόχρονα τον έπεισε να κατευθύνει τις επιθέσεις του εναντίον του Αλεξίου, του κοινού εχθρού και των δύο, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε από τη Νίκαια να ματαιώσει τη νικηφόρα πρόοδο του Δαβίδ. Δεχόμενοι επίθεση από δύο πλευρές, υποστήριζε περαιτέρω, κανένας από τους πολιορκημένους αδελφούς δεν θα μπορούσε να βοηθήσει τον άλλον, και με αυτόν τον τρόπο η απειλητική δύναμη των φιλόδοξων Κομνηνών θα συντριβόταν πιο γρήγορα και η χριστιανική Ανατολία δεν θα καταβροχθιζόταν μαζί με τους μουσουλμάνους. Στη μάχη που προέκυψε, ο Αλέξιος φαίνεται ότι πολέμησε με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας. Είναι σωστό να αμφιβάλλει κανείς ότι κατέκτησε την Αμάστριδα, το κέντρο της μάχης, αν και ο Le Beau το ισχυρίζεται στην πραγματικότητα, χωρίς όμως να παρέχει καμία απόδειξη.14 Αντίθετα, ο αυλικός Ακροπολίτης γράφει ότι «ο Θεόδωρος Λάσκαρις είχε υποτάξει τον κυβερνήτη της Αμισού», κάτι που, στη γλώσσα ενός ιστορικού της αυλής εκείνης της εποχής, δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρά ότι ο Σάββας είχε καταφέρει να αμυνθεί από όλες τις επιθέσεις του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας με τη βοήθεια της συμμαχίας Λασκαριδών-Ικονίου. Ο Σάββας δεν θα μπορούσε να ήταν υπήκοος του Θεοδώρου με την πραγματική έννοια της λέξης, αφού ο στρατός της Νικαίας δεν είχε ποτέ προχωρήσει πέρα από την Ηράκλεια και κατά συνέπεια δεν είχε φτάσει καν στη Σινώπη, πόσο μάλλον στην Αμισό. Παρεμπιπτόντως, η μάχη μεταξύ του Αλεξίου και των συμμάχων από εκείνη την πλευρά συνεχίστηκε με λίγες διακοπές μέχρι το 1214. Και ότι ο Αλέξιος δεν ήταν ο νικητής είναι αδιαμφισβήτητο, αφού δεν εμφανίστηκε στις πιο αποφασιστικές στιγμές μεταξύ Θεοδώρου και Δαβίδ κατά τη διάρκεια των πολεμικών γεγονότων στην Παφλαγονία και στον Σαγγάριο.
Όχι λιγότερο επείγουσα από τον πόλεμο Αμισού-Ικονίου, η παρουσία του αυτοκράτορα Αλεξίου ήταν απαραίτητη στις χώρες της Τραπεζούντας, λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες βρίσκονταν με τις χώρες του Καυκάσου. Είναι κατανοητό ότι μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, η οποία είχε αφήσει τη βαθύτερη εντύπωση σε όλη την Ανατολή, αλλά ιδιαίτερα στους μουσουλμάνους ηγεμόνες,15 ο βασιλιάς Γεώργιος, γιος της Τάμαρ και διάδοχος στην Τιφλίδα, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη στιγμή της γενικής σύγχυσης για να επιτεθεί για άλλη μια φορά στις παραθαλάσσιες επαρχίες και ακόμη και στην περιοχή της Τραπεζούντας, όταν μεγάλο μέρος των δυνάμεων των Κομνηνών είχε εμπλακεί σε μάχες στη Βιθυνία με αντίπαλους Έλληνες αρχηγούς και Φράγκους ιππότες. Το γεγονός ότι οι Γεωργιανοί, ειδικά εκείνη την εποχή, πραγματοποίησαν μεγάλες κινήσεις και κατέστρεψαν όχι μόνο τα εδάφη νότια του Αράξη, αλλά και την Αρμενία και τις περιοχές γύρω από την Τραπεζούντα, περιγράφεται λεπτομερώς στο Συριακό Χρονικό.16 Ποιος θα πίστευε ότι οι Γεωργιανοί θα άφηναν τα εδάφη της Φάσης αδιαμφισβήτητα αυτή τη φορά, ενώ οι προηγούμενοι βασιλείς, ο Δαβίδ και η Τάμαρ, έκαναν το αγαπημένο τους εγχείρημα να εκδιώξουν εντελώς τους Έλληνες από τις όχθες του Ευξείνου Πόντου, επειδή δεν είχαν σταματήσει να ενοχλούν τη Γεωργία από εκεί από την εποχή του Ιουστινιανού, και τώρα είχαν ιδρύσει πλήρως νέα αυτοκρατορία στη γειτονική Τραπεζούντα, της οποίας η αυξανόμενη δύναμη δεν μπορούσε να φανεί στην Τιφλίδα παρά μόνο με ανησυχία; Χωρίς την παρέμβαση των Μογγόλων, οι οποίοι δεν είχαν σταματήσει να βασανίζουν τη Γεωργία με τις καταστροφικές τους εισβολές από το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα, οι Κομνηνοί θα είχαν βρει τους πιο σφοδρούς αντιπάλους τους στους διαδόχους της Τιφλίδας. Και μεταξύ αυτών των δύο αντιπάλων δυνάμεων η κατοχή των εδαφών της Φάσης θα είχε διεξαχθεί με μικρότερους στρατούς αλλά με την ίδια πικρία, όπως στο παρελθόν μεταξύ Χοσρόη και Ιουστινιανού. Μαθαίνουμε επίσης από αποσπάσματα του Ιβηρικού Χρονικού ότι οι βασιλείς της Γεωργίας, ύστερα από σύντομη ανάπαυλα από την καταστροφή των Μογγόλων, έστρεφαν πάντοτε τα όπλα τους πρώτα εναντίον του Ευξείνου Πόντου.
Στο μεταξύ ο Δαβίδ εγκατέστησε την έδρα του στην Ηράκλεια [Ποντική] και ασχολούνταν με τη συγκρότηση σημαντικής στρατιωτικής δύναμης, προκειμένου να επιτρέψει στον αυτοκράτορα Αλέξιο να ολοκληρώσει την κατάκτηση της Βιθυνίας με στρατό από την Τραπεζούντα μετά την άφιξή του, όπως ακόμη έλπιζε. Εν μέσω αυτής της ελπίδας και της προετοιμασίας, το καλοκαίρι του 1204 πέρασε, και η κατάσταση έγινε ακόμη πιο επισφαλής, καθώς οι δυτικές δυνάμεις άρχισαν επίσης να κινούνται για να επιτεθούν στις ακτές της Ανατολίας. Στα τέλη του φθινοπώρου (περὶ μῆνα τὸν φυλλοχόον), ο Ερρίκος της Φλάνδρας διέσχισε τον Ελλήσποντο και, συντρίβοντας τα πάντα μπροστά του, προχώρησε στα τείχη της Προύσας, ενώ ο Βαλδουίνος ετοιμάστηκε να διασχίσει τον Βόσπορο και να βαδίσει προς τη Νικομήδεια. Η εμφάνιση αυτών των ακαταμάχητων στρατευμάτων εμπόδισε τη νικηφόρα προέλαση του Τραπεζούντιου στρατηγού. Πέρασε τον χειμώνα στα καταλύματά του στην Ηράκλεια, αποφασισμένος να υπερασπιστεί τα πλεονεκτήματα που είχε αποκτήσει και την εκτεταμένη επικράτεια της Νέας Κομνηνής Αυτοκρατορίας εναντίον των συμμάχων του, ακόμη και χωρίς τη βοήθεια της Τραπεζούντας. Όταν όμως, την άνοιξη του επόμενου έτους, γενική εξέγερση των θρακικών πόλεων κάλεσε τον Ερρίκο να απομακρυνθεί από την Ασία, ο Δαβίδ αποφάσισε να καταλάβει τις όμορφες περιοχές μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Προποντίδας. Αυτό έλπιζε ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να επιτευχθεί, καθώς, όπως πίστευε, η εξέγερση στη Θράκη θα εμπόδιζε τους Φράγκους να στραφούν στην Ανατολία για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν όχι για πάντoτε, όπου οι πόλεις φαινόταν να περιμένουν μόνο μια κλήση για να ανοίξουν τις πύλες τους σε έναν εθνικό στρατό, ικανό να τις προστατεύσει από τους ξένους. Έχοντας αυτό κατά νου, ο Δαβίδ έστειλε έναν νεαρό, άπειρο στρατιώτη με σημαντική δύναμη κατά μήκος του Σαγγάριου για να καταλάβει προσωρινά τα ορεινά περάσματα της Βιθυνίας και, ει δυνατόν, την ίδια τη Νικομήδεια. O Συναδηνός, όπως ονομαζόταν ο Τραπεζούντιος στρατηγός, δεν βρισκόταν μακριά από την προαναφερθείσα πόλη, όταν έπεσε απροσδόκητα σε ενέδρα και εξοντώθηκε ολοσχερώς από τον εχθρικό στρατό του Θεοδώρου Λάσκαρι.
Ο Θεόδωρος Λάσκαρις, γαμπρός του Αλεξίου [Γ’] Άγγελου, μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης είχε αποσυρθεί στη Νίκαια, όπου αρχικά μπόρεσε να συγκεντρώσει μόνο μικρή ομάδα στρατιωτών υπό τη σημαία του. Ο φόβος των Δυτικών ιπποτών είχε αποτρέψει τους Έλληνες από το να πάρουν τα όπλα. Όμως μόνο ο Λάσκαρις θεωρούνταν ικανός να διοικήσει πολυάριθμο στρατό, καθώς ήταν σε θέση να αντισταθμίσει το αριθμητικό μειονέκτημα και την απειρία των στρατιωτών του με την επιμέλεια και την επείγουσα δράση του, ενώ χάρη σε σπάνια ευφυΐα στην εκμετάλλευση των συνθηκών της εποχής, μπόρεσε να αποκτήσει το πάνω χέρι έναντι των ισχυρότερων αντιπάλων του. Μεταξύ αυτών ο Αλέξιος της Τραπεζούντας ήταν ο πιο επικίνδυνος, τόσο λόγω της δύναμης των στρατών του όσο και της εκτεταμένης περιοχής που είχε ήδη κατακτήσει, και ιδιαίτερα λόγω της αρχαίας φήμης που είχε ο ίδιος απέναντι στον νεόκοπο, ως κληρονόμος της δυναστείας των Κομνηνών, δημοφιλούς στην Ανατολία. Στο μεταξύ στην περιοχή της Τραπεζούντας τα πράγματα είχαν πάρει τόσο δύσκολη τροπή, που ο Αλέξιος έπρεπε να ελπίζει ότι η δύναμη του Δαβίδ, δεδομένων των ύπουλων δραστηριοτήτων των αρχηγών στην Προποντίδα, θα ήταν αρκετή για να απαλλαγεί από όλους.
Αλλά ο Λάσκαρις απέδειξε ότι στον πόλεμο η διάνοια και η σοφία είναι πιο ισχυρές από τη σωματική δύναμη. Ο Λάσκαρις χρησιμοποίησε σοφά την ανάπαυλα που δόθηκε σε αυτές τις περιοχές από την υποχώρηση του Ερρίκου μέσω Eλλήσποντου, για να ενισχύσει τον μικρό, άτακτο στρατό του και να κερδίσει αναγνώριση ως Ρωμαίος ηγέτης στις μεγάλες πόλεις της Νικαίας, της Προύσας, της Φιλαδέλφειας και της Σμύρνης. Μόλις άκουσε τα νέα για την προέλαση του αποσπάσματος του Τραπεζούντιου στρατού εναντίον της Νικομήδειας, ξεκίνησε βιαστικά να αντισταθεί στην περαιτέρω προέλασή τους. Με το πρόσχημα ότι προσπαθούσε μόνο να κερδίσει προβάδισμα έναντι του εχθρού που κατείχε τη Νικομήδεια, αρχικά προχώρησε κατά μήκος του κεντρικού δρόμου. Ξαφνικά όμως εγκατέλειψε το πεπατημένο μονοπάτι, διέσχισε απότομα ορεινά περάσματα και, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, επιτέθηκε εντελώς απροσδόκητα στον απρόσεκτο Συναδηνό, πριν καν κατέβει αυτός από τα ψηλά δάση στην πεδιάδα της Νικομήδειας. Ο Λάσκαρις κέρδισε ολοκληρωτική νίκη, συνέλαβε αιχμάλωτο τον ίδιο τον νεαρό και διέλυσε εντελώς τις δυνάμεις του.17 Αυτό το σοβαρό πλήγμα έδωσε ξαφνικά διαφορετική τροπή στις υποθέσεις των Κομνηνών. Ύστερα από μια τόσο σημαντική απώλεια, ο Δαβίδ αρχικά δεν τόλμησε να κάνει δεύτερη απόπειρα εναντίον του Λάσκαρι, του οποίου το κύρος και η δύναμη είχαν αυξηθεί σημαντικά από εκείνη την ημέρα. Την ίδια χρονιά οι σημαντικότερες πόλεις των παράκτιων ιωνικών κρατών τον αναγνώρισαν ως αυτοκράτορα επειδή είχε νικήσει την Τραπεζούντα.
