ch_1_06


<-1.5. Η Σινώπη χάνεται στους Σελτζούκους Τούρκους. Θάνατος του Αλεξίου Α’ 1.7. Οι Ανδρόνικος Α’ και Ιωάννης Α’ Μεγάλοι Κομνηνοί αναγκάζονται να ενταχθούν στη Συμμαχία του Ικονίου. Η Κολχίδα αποσχίζεται από την Τραπεζούντα. Πτώση του Σουλτανάτου του Ικονίου. Μάχη του Κιοσέ Νταγ->

Κεφάλαιο 1.6. Σχετικά με τους διαδόχους του Αλεξίου Α΄. Η Τραπεζούς απειλείται από το Ικόνιο. Συμμαχία των Τραπεζουντίων με τον Τζελαλεντίν. Μάχη του Χαλάτ

Όπως και το έτος θανάτου του Αλεξίου Α΄, τα ονόματα και οι τύχες των επόμενων διαδόχων του ήσαν εντελώς άγνωστα, μέχρι το έτος 1280 που ο Ιωάννης Μέγας Κομνηνός ανέβηκε στον θρόνο. Με βάση αναφορά στη μυστική επιστολή του Ωγέριου της Νικαίας, ο Ducange πίστευε ότι μπορούσε να συμπεράνει ότι ήταν δυνατό να θεωρηθούν δύο αντιβασιλείς μεταξύ του Αλεξίου και του προαναφερθέντος Ιωάννη, και ότι ο Ιωάννης ήταν επομένως εγγονός του ιδρυτή της αυτοκρατορίας. Γενικά ο Ducange επιτρέπει στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, η οποία διήρκεσε 238 χρόνια, να κυβερνάται από το πολύ δώδεκα ηγεμόνες, από τους οποίους μπόρεσε να κατονομάσει μόνο εννέα. Αυτή η υπόθεση, αν και δεν ήμασταν σε θέση να την αντικρούσουμε, φαινόταν εντελώς απαράδεκτη εξαρχής, επειδή μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι μεταξύ των λαών που πλησιάζουν στο λυκόφως της πολιτικής τους ζωής, όπως συνέβαινε με τους Έλληνες εκείνη την εποχή, η αλλαγή ηγεμόνων τείνει να συμβαίνει πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο μεταξύ εκείνων για τους οποίους η αυγή της ύπαρξής τους προαναγγέλλει λαμπρή σταδιοδρομία. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει σύμφωνα με μυστικό νόμο της φύσης. Όπως είναι γνωστό, η μοναρχία στην αρχαία Ρώμη διήρκεσε 244 περίπου χρόνια μέχρι την εισαγωγή της εξουσίας των υπάτων. Λέγεται ότι κατά την περίοδο αυτή δεν βασίλευσαν περισσότεροι από επτά βασιλείς. Η Τουρκική Αυτοκρατορία, της οποίας η ύπαρξη από την ίδρυσή της υπό τον Οσμάν Α΄ έως τον Μωάμεθ Β΄, ο οποίος την ανέδειξε σε παγκόσμια μοναρχία, εκτιμάται σε περίπου 200 χρόνια και πλέον, είχε επίσης μόνο επτά ηγεμόνες κατά την εν λόγω περίοδο. Αντιθέτως, συγκρίνετε τη διάρκεια και τον αριθμό των αυτοκρατόρων της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Ονώριο, ο οποίος ανέβηκε στον θρόνο το 395, μέχρι τον Ρωμύλο Αυγουστίνο, με τον οποίο αυτή τερματίστηκε το 475, και θα διαπιστώσετε ότι σε περίοδο ογδόντα ετών το σκήπτρο πέρασε σε διαφορετικά χέρια όχι λιγότερες από έντεκα φορές. Ομοίως, στο βασίλειο του Ισραήλ, με διάρκεια περίπου 287 ετών, αναφέρονται δεκαεννέα βασιλείς, και στο βασίλειο του Ιούδα, το οποίο έπεσε παρεμπιπτόντως 297 χρόνια μετά την επανάσταση υπό τον Ροβοάμ, αναφέρονται είκοσι βασιλείς. Τόσο μεγάλη διαφορά υπάρχει μεταξύ της νεότητας και της γήρανσης των εθνών! Μετά την ανακάλυψη του Χρονικού του Παλατιού της Τραπεζούντας, έγινε επίσης σαφές ότι δεν είχαμε κάνει λάθος, καθώς τουλάχιστον είκοσι μονάρχες κράδαιναν το σκήπτρο πάνω από τη χώρα των Μεγάλων Κομνηνών. Από αυτούς, πέντε κυβέρνησαν μεταξύ Αλεξίου και Ιωάννη και όχι δύο όπως θεωρούνταν προηγουμένως. Ο άμεσος διάδοχος του ιδρυτή ήταν ο γαμπρός του Ανδρόνικος Α΄, επονομαζόμενος Γίδων, από τον Οίκο των Κομνηνών. Ύστερα από δεκατρία χρόνια βασιλείας τον διαδέχθηκε ο Ιωάννης Α΄, αδελφός της συζύγου του και μεγαλύτερος γιος του Αλεξίου. Μετά τον θάνατό του τρία χρόνια αργότερα άφησε τη βασιλεία στον γιο του Ιωάννη, τον οποίο ο θείος του Μανουήλ Α΄, επονομαζόμενος Πολεμιστής, έβαλε σε μοναστήρι για να πάρει το διάδημα στη θέση του. Τον διαδέχθηκε, ύστερα από εικοσιπέντε χρόνια βασιλείας ο Ανδρόνικος Β΄, γιος από την πρώτη του σύζυγο Άννα Ξυλαλόη, και ύστερα από τρία χρόνια ο Γεώργιος Α΄, γιος από τη δεύτερη σύζυγό του Ειρήνη.

Ύστερα από την απώλεια της Βιθυνίας, της Παφλαγονίας, της Σινώπης και όλων των εδαφών δυτικά του ποταμού Άλυ στη Νίκαια και το Ικόνιο, οι παράκτιοι ποταμοί Θερμώδων και Ίρις έκλειναν την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας προς τα δυτικά. Αυτή η νέα οριοθέτηση έκανε τη γραμμή επίθεσης από την πλευρά του Ικονίου στενότερη και πιο δύσκολη. Εν μέρει για αυτόν ακριβώς τον λόγο οι επιθέσεις των Σελτζούκων φαίνεται ότι έγιναν λιγότερο βίαιες και λιγότερο συχνές, αν και αυτό δεν συνεπαγόταν γνήσια και διαρκή ειρήνη μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Η Τραπεζούς και το Ικόνιο ήσαν κληρονομικοί εχθροί. Και οι δύο ηγεμόνες αυτοαποκαλούνταν αυτοκράτορες ολόκληρης της Ανατολής και διεκδικούσαν την κατοχή όλων των εδαφών της Ασίας μεταξύ Ελλησπόντου και ποταμού Τίγρη. Όμως, όπως είδαμε, η πλάστιγγα έγειρε αποφασιστικά υπέρ του σουλτάνου Γιασεντίν, ο οποίος μόνο αφού νίκησε τον Αλέξιο Μεγάλο Κομνηνό και εκτόπισε τις δυνάμεις της Τραπεζούντας από τη θέση τους στη Σινώπη, η οποία ήταν τόσο μειονεκτική για το Ικόνιο, τόλμησε να στρέψει την προσοχή του στην Ανατολή, προκειμένου να αναβιώσει στη νεότερη γραμμή του Ρουμ τον Οίκο των Σελτζούκων του Ιράν, ο οποίος είχε παρακμάσει σε απλή σκιά. Αν εκείνη την εποχή οι Κομνηνοί είχαν εμπνευστεί από το ηρωικό πνεύμα ενός Θεοδώρου Λάσκαρι ή Ιωάννη Βατάτζη, με τη σημαντική δύναμή τους και τους μεγάλους θησαυρούς που είχαν συσσωρευτεί στο παλάτι τους θα είχαν ιδρύσει εύκολα ισχυρή αυτοκρατορία μέσα στη γενική σύγχυση των αρμενικών και μικρασιατικών χωρών και θα είχαν φέρει τον ηχηρό τίτλο Βασιλεὺς καὶ Αὐτοκράτωρ πάσης Ἀνατολῆς πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όμως η δυσμενής μοίρα και η δική τους αδυναμία επέτρεψαν στον πολύ μέτριο σουλτάνο Γιασεντίν να οργανώσει τις ανοργάνωτες υποθέσεις των εδαφών του, να ελέγξει τους μεγάλους υποτελείς, να αποκαταστήσει σε κάποιο βαθμό την επιδεινούμενη πειθαρχία στον στρατό και γενικά να πετύχει τόσο πολλά, ώστε ο αδελφός και διάδοχός του να μπορέσει να συνεχίσει το έργο της μεταρρύθμισης που είχε ξεκινήσει και να το ολοκληρώσει σε τέτοιο βαθμό, που να κινδυνεύει ακόμη και η πολιτική ανεξαρτησία της Τραπεζούντας. Ο Γιασεντίν, ο νικητής της Σινώπης, πέθανε σύμφωνα με τα ανατολικά χρονικά γύρω στο έτος 1219 μ.Χ. σε εκστρατεία εναντίον της Μεσοποταμίας.1

Όμως το Xρονικό του Παλατιού αναφέρει ότι έκανε την πρώτη απόπειρα να επιτεθεί στον αντίπαλό του στην ίδια του την πρωτεύουσα κατά το δεύτερο έτος της βασιλείας του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Ανδρόνικου Γίδωνα, αλλά χωρίς επιτυχία στην προσπάθειά του, καθώς ολόκληρος ο στρατός του Ικονίου καταστράφηκε στα βουνά.2

Όχι χωρίς λόγο, μπορεί κανείς να συμπεράνει από αυτή την αφήγηση ότι ο σουλτάνος Γιασεντίν, που αποκαλούνταν Μελέκ από Έλληνες και Δυτικούς, δεν πέθανε γύρω στο 1219, όπως θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει από τα προαναφερθέντα μουσουλμανικά και συριακά χρονικά, αλλά τέσσερα χρόνια αργότερα, στην εκστρατεία εναντίον του Ανδρόνικου Μεγάλου Κομνηνού. Ολόκληρος ο στρατός, με επικεφαλής τον ίδιο τον σουλτάνο, ἐχαώθησαν ἅπαντες. Λένε ότι πέθανε σε εκστρατεία εναντίον της Μεσοποταμίας. Η Τραπεζούς και οι ηγεμόνες που ζούσαν ανατολικά του Ρουμ ήσαν όμως ενωμένοι σε συνασπισμό ενάντια στον κοινό τους εχθρό, τον σουλτάνο του Ικονίου. Και δεδομένης της αβεβαιότητας των ανατολικών ημερολογίων και ημερομηνιών, είναι εύκολο για οποιονδήποτε να καταλάβει ότι διαφορά τεσσάρων ετών στα βιβλία ιστορίας ενός Έλληνα από την Τραπεζούντα και ενός Σύρου από τη Χαμάτ και τη Δαμασκό σχετικά με τον θάνατο ενός ηγεμόνα που ουσιαστικά ήταν μικρής σημασίας, δεν αξίζει καμίας προσοχής.

Ο στρατός και οι ευγενείς της αυτοκρατορίας ανέβασαν στον θρόνο τον αδελφό του Γιασεντίν, τον Αλαντίν. Το όνομα αυτού του άνδρα, τόσο σημαντικού για την ιστορία της Τραπεζούντας, δίνεται με διάφορους τρόπους στα βιβλία. Ο Ακροπολίτης τον αποκαλεί Ἀξατίνης. Αlatinus τον αποκαλεί ο Οδώρικος, αλλά οι Ανατολίτες τον αποκαλούν Alai-eddin Keikubad. Καθ’ όλη τη διάρκεια ολόκληρης της βασιλείας του αδελφού του μαράζωνε ως κρατούμενος στο κάστρο της Μεσρά στον Ευφράτη. Η εσφαλμένη αναφορά που άντλησε ο Leunclavius από τουρκικά ιστορικά βιβλία μπορεί επίσης να προήλθε από αυτό το γεγονός. Λέγεται ότι ο Αλαντίν, αφού έδιωξε τους Μογγόλους από την Περσία, βάδισε προς τη Σεβάστεια και το Ικόνιο, ξαναέχτισε αυτές τις πόλεις, οι οποίες είχαν ερειπωθεί λόγω πολιτικών αναταραχών, και κυβέρνησε τη γη του Ρουμ με μεγάλη λαμπρότητα για πολλά χρόνια. Αυτός ο σουλτάνος περιγράφεται ως ένας από τους πιο πιστούς και σπουδαιότερους ηγεμόνες της εποχής του. Μέσα από τα στρατιωτικά του κατορθώματα ανέβασε τη δύναμη του Ικονίου στο αποκορύφωμά της και γέμισε τη δεκαεννιάχρονη βασιλεία του με λαμπρότητα που επισκίασε όλα τα γύρω κράτη. Περικυκλωμένος από τρεις πλευρές από τα χριστιανικά βασίλεια της Νικαίας, της Μικράς Αρμενίας και της Τραπεζούντας, καλλιεργούσε εχθρικά αισθήματα και προς τα τρία, αλλά κυρίως προς τα δύο τελευταία, των οποίων η θέση και η δύναμη φαινόταν να αποτελούν μεγαλύτερο εμπόδιο στα κατακτητικά του σχέδια απ’ ό,τι η Νίκαια, εναντίον της οποίας, σύμφωνα με τον Παχυμέρη και τον Γρηγορά, επέτρεψε μόνο συνεχή ανταρτοπόλεμο στα υψώματα από τον Μαίανδρο μέχρι τον Βιθυνικό Όλυμπο, χωρίς να εμφανίζονται σημαντικές δυνάμεις από καμία πλευρά, ενώ ο Βατάτζης, διάδοχος του Θεοδώρου, έστρεφε το βλέμμα του προς τις δυτικές αυτοκρατορίες της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης και ο Καϊκομπάντ έστρεφε το βλέμμα του προς την Ταμπρίζ και το Ισφαχάν.

Δεν πρέπει όμως να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι ιστορίες εκείνων των εποχών δεν αναφέρουν τίποτε για τη σχετικά μικρή και ελάχιστα γνωστή χώρα των Μεγάλων Κομνηνών. Τα μυαλά των ανθρώπων στρέφονταν προς ένα άλλο φαινόμενο, του οποίου τα πρώτα νέα είχαν φτάσει τότε στην Ανατολία από την πιο μακρινή Ανατολή και απειλούσαν να μεταμορφώσουν ολόκληρη τη δομή και την οργάνωση των ανθρώπινων υποθέσεων. Ο Τζένγκις Χαν είχε ξεσηκωθεί και είχε μετατρέψει τους άξεστους νομάδες αλόγων στις μογγολικές χώρες στους πιο τρομακτικούς κατακτητές, μετατρέποντάς τους στο πιο τρομερό έθνος. Σαν μανιασμένος τυφώνας, στον οποίο κανένα ανθρώπινο μέσο δεν μπορούσε να αντισταθεί, όρμησε από τις βόρεις χώρες στις ακμάζουσες πεδιάδες της Χωρασμίας, όπου ο Μωάμεθ, ο σάχης της Χωρασμίας, κυβερνούσε από τον Τίγρη μέχρι τη Λαχόρη στην Ινδία και από το Ισφαχάν μέχρι το Οτράρ στον Ιαξάρτη.

Η καταστροφή που προκάλεσαν οι Μογγόλοι ήταν τρομερή. Οι μεγαλύτερες και πιο διάσημες πόλεις της Ασίας έγιναν ερείπια και ολόκληροι οι πληθυσμοί τους σφαγιάστηκαν. Ο Μωάμεθ, συντετριμμένος από την αδάμαστη οργή των ξένων, κατέφυγε σε άγνωστο νησί στην Κασπία Θάλασσα, όπου επέζησε για λίγο μόνο μετά την πτώση του από τον θρόνο. Αυτά τα γεγονότα λάμβαναν χώρα από το έτος 1214, έτος κατά το οποίο χάθηκε η Σινώπη, μέχρι το 1221 μ.Χ. Ο διάσημος Τζαλαλεντίν συγκέντρωσε τα απομεινάρια των στρατών του πατέρα του, στα οποία είχαν ενταχθεί όλοι οι εκτοπισμένοι και απελπισμένοι λαοί της Ασίας, και διεξήγαγε πόλεμο εξόντωσης με τους Μογγόλους. Έγινε ο πιο τρομακτικός τυχοδιώκτης εκείνης της εποχής. Ηττημένος στον Ινδό, δραπέτευσε με λίγους μόνο συντρόφους πέρα από τον ορμητικό ποταμό, συγκέντρωσε νέο στρατό, κατέκτησε μέρος του Ινδουστάν και, μόλις άκουσε για την υποχώρηση των Μογγόλων, διέσχισε καλπάζοντας την έρημο, υπέταξε όλα τα εδάφη μεταξύ Περσίας και Κασπίας Θάλασσας, επιτέθηκε στις κοιλάδες του Καυκάσου και ανάγκασε τη βασίλισσα Ρουσουντάν να καταφύγει στα ψηλά περάσματα των Κολχικών Ορέων. Στην πόλη Ταμπρίζ εγκαθίδρυσε την έδρα νέου βασιλείου, το οποίο ιδρύθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Ο θάνατος του Μογγόλου Χαν το 1227 θα του είχε δώσει την απαραίτητη ηρεμία για να οργανώσει τις υποθέσεις και να αποκαταστήσει τη δημόσια ασφάλεια σε χώρες των οποίων οι κάτοικοι ήσαν πολύ πιστοί σε αυτόν από φόβο για τους σκληρούς Μογγόλους. Αλλά ο Τζαλαλεντίν, παρασυρμένος από άγριο πνεύμα, περιφρονούσε την ειρήνη και τον νόμο και, μέσα στην αλαζονεία του, αυτοαποκαλούνταν Σαχ Τζεχάν, Βασιλιάς της Υφηλίου. Αφού υπέταξε τη Γεωργία, ανέβηκε στις πεδιάδες της Αρμενίας και επιτέθηκε στους ηγεμόνες των Σελαχεντίν από τα νότια σύνορα της Τραπεζούντας μέχρι το εσωτερικό της αρχαίας Μεσοποταμίας, όπου, πάνω απ’ όλα, ο Ασράφ, αδελφός του Αιγύπτιου σουλτάνου Χαμήλ, ήταν ισχυρός. Του πήρε το ισχυρό φρούριο του Χαλάτ, σφαγίασε τους κατοίκους και ισοπέδωσε την πόλη. Οι συμμορίες του μαίνονταν πιο άγρια από τους μογγολικούς στρατούς.

Για να περιορίσει την τολμηρή αλαζονεία αυτού του άνδρα, ο Αλαντίν Καϊκομπάντ του Ικονίου και ο προαναφερθείς Ασράφ, με την επωνυμία Αρμενισάχ, σχημάτισαν συμμαχία. Ο Τζαλαλεντίν, από την άλλη πλευρά, κατάφερε να κερδίσει στο πλευρό του αρκετούς Ίβηρες ηγεμὀνες, τον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας και τον αδελφό του Ασράφ, τον άρχοντα της Δαμασκού. Εναντίον του τελευταίου ο σουλτάνος της Αιγύπτου κάλεσε τον Φρειδερίκο Β’, ο οποίος εκείνη την εποχή βρισκόταν με στρατό στις συριακές ακτές για να εμποδίσει τους Δαμασκηνούς να ενώσουν τη δύναμή τους με τους Χωρασμίους και τους συμμάχους τους. Έτσι, μέσω παράξενης αλληλουχίας περιστάσεων, προκλήθηκε εχθρότητα μεταξύ των αυτοκρατόρων της Γερμανίας και της Τραπεζούντας, προς το συμφέρον διαφορετικών πλευρών στην Ασία.3 Ταυτόχρονα με τους συμμάχους, ο Αλαντίν Καϊκομπάντ προχώρησε με ισχυρό στρατό προς το Χαλάτ, όπου ο Τζαλαλεντίν τους συνάντησε με 40.000 άνδρες. Για δύο μέρες και δύο νύχτες πολεμούσαν σαν άγρια ζώα ανάμεσα στη φωτιά και τους σωρούς των πτωμάτων στα ερείπια του κατεστραμμένου φρουρίου. Οι Χωράσμιοι υπέστησαν μεγάλη ήττα. Οι νεκροί τους ήσαν αμέτρητοι. Πολλοί σατράπες και διάσημοι ήρωες συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στην Τραπεζούντα και την Ιβηρία. Πεντακόσιοι πολεμιστές έπεσαν από τον βράχο στο Χαλάτ κατά τη διάρκεια της νύχτας και πέθαναν.4

Σε αυτή την ιστορία, οι λέξεις viele von ihnen vlohen nach Trabissonda (πολλοί από αυτούς κατἐφυγαν στην Τραπεζούντα) έχουν μεγάλη σημασία. Διότι από αυτή την υποχώρηση των ηττημένων υπολειμμάτων του στρατού μπορεί να εξαχθεί το αλάθητο συμπέρασμα ότι, παρά τις ήττες τους στην Αμισό και τη Σινώπη οι Τραπεζούντιοι, μέχρι εκείνη την ημέρα, ούτε ήσαν σύμμαχοι με τον σουλτάνο του Ρουμ, ούτε, ακόμη περισσότερο, αναγνώριζαν την υπεροχή του, αλλά, σε συμμαχία με τους εχθρούς του, ανέλαβαν τον παλιό αγώνα στο πεδίο της μάχης του Χαλάτ.

Σε αντίθετη περίπτωση, οι Χωράσμιοι σατράπες, αφού έχασαν τη μάχη, δεν θα είχαν καταφύγει στα αδιάβατα βουνά και φαράγγια της Τραπεζούντας, αλλά μάλλον μέσα από τα δύσκολα στενά περάσματα μεταξύ Καρς και Ερζερούμ, όπου τα στρατεύματα του Ξενοφώντος έπρεπε να κάνουν κάθε βήμα μπροστά με θυσίες, ενώ ο Κλαβίχο και ο Τουρνεφόρ δύσκολα μπορούσαν να περάσουν στη διάρκεια πολλών ημερών χωρίς να περικυκλωθούν από τον εχθρό. Εναλλακτικά. πώς άραγε θα μπορούσαν οι σατράπες και οι πολέμαρχοι του Τζαλαλουντίν να βρουν ασφάλεια ανάμεσα στους Τραπεζούντιους, αν εκείνοι ήσαν σύμμαχοι των εχθρών του;

Αν δεν είχαν συλληφθεί, σκοτωθεί ή παραδοθεί στο σπαθί του πικραμένου σουλτάνου του Ικονίου, η Πύλη του Ρουμ ήταν ο φυσικός εχθρός της Τραπεζούντας, της οποίας η ελευθερία, όπως και όλων των γειτονικών βασιλείων, αρχικά απειλούνταν από την επιθυμία του για κατάκτηση. Επομένως κάθε ευκαιρία να παραλύσει την ανώτερη δύναμη του εχθρού θα ήταν ευπρόσδεκτη στον Μεγάλο Κομνηνό και οποιοσδήποτε εχθρός εμφανιζόταν στα σύνορα του Ρουμ θα έβρισκε πρόθυμους συμμάχους εκεί, εφόσον η αυτοκρατορία ήταν τρομακτική.

Κατά τη διάρκεια αυτών των ιστοριών θα προκύψει επιβεβαίωση και θα έρθει στο φως η πορεία της κρατικής πολιτικής της Τραπεζούντας. Θα δούμε τον Τζαλαλεντίν, τον Οκτάι-Χαν, τον Oυλάγου και τους Τουρκομάνους σουλτάνους των Ασπρο- και Μαυρο-Προβατάδων να συνάπτουν συνθήκες με αυτή τη χώρα, η οποία βρισκόταν φωλιασμένη δίπλα σε απρόσιτα βουνά και ακτές της θάλασσας. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η φιλία ενός μικρού κράτους με έναν μεγάλο κατακτητή είναι συνήθως μόνο υποτέλεια, που συγκαλύπτεται υπό την ονομασία μιας συμμαχίας, αλήθεια την οποία οι ιστορίες κάθε εποχής επιβεβαιώνουν περίτρανα.

<-1.5. Η Σινώπη χάνεται στους Σελτζούκους Τούρκους. Θάνατος του Αλεξίου Α’ 1.7. Οι Ανδρόνικος Α’ και Ιωάννης Α’ Μεγάλοι Κομνηνοί αναγκάζονται να ενταχθούν στη Συμμαχία του Ικονίου. Η Κολχίδα αποσχίζεται από την Τραπεζούντα. Πτώση του Σουλτανάτου του Ικονίου. Μάχη του Κιοσέ Νταγ->
error: Content is protected !!
Scroll to Top