| <-3.2. Έθιμα, χώρος διαβίωσης, εμπόριο, μάθηση και στρατιωτική δύναμη των Τραπεζουντίων |
Κεφάλαιο 3.3. Η Εκκλησία Τραπεζούντος
Η Εκκλησία της Τραπεζούντας είχε αρχικά έναν επίσκοπο και αποτελούσε μέρος της Ποντιακής επισκοπής, όπως ιδρύθηκε την εποχή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Αυτή η επισκοπή εκτεινόταν στη συνέχεια από τις ακτές της Προποντίδας μέχρι τα φαράγγια του Καυκάσου και περιλάμβανε, τόσο εκκλησιαστικά όσο και πολιτικά, δεκατρείς επαρχίες, τις οποίες ο Δομινικανός Le-Quien απαριθμεί με την ακόλουθη σειρά: Καππαδοκία πρώτη, Καππαδοκία δεύτερη, Καππαδοκία τρίτη· Αρμενία πρώτη, Αρμενία δεύτερη· Γαλατία πρώτη, Γαλατία δεύτερη· Πόντος Πολεμωνιακός, Ελενόποντος· Παφλαγονία, Ωνοριάς· Βιθυνία πρώτη, Βιθυνία δεύτερη. Καθεμία από αυτές τις δεκατρείς επαρχίες είχε στην πρωτεύουσά της (μητρόπολις), εκτός από την ανώτατη πολιτική εξουσία και έναν επίσκοπο, που είχε την υψηλότερη θέση από όλους τους επισκόπους της επαρχίας του και ο οποίος ονομαζόταν μητροπολίτης. Από αυτούς τους δεκατρείς μητροπολίτες, εκείνος της Καισάρειας της Καππαδοκίας ήταν ο πιο διακεκριμένος, εξ ου και αρχιεπίσκοπος. Όμως με τον 28ο κανόνα της Συνόδου της Χαλκηδόνας, η προηγουμένως ανεξάρτητη επισκοπή Πόντου υπήχθη στην πατριαρχική έδρα Κωνσταντινουπόλεως και ο αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, για την απώλεια της εκκλησιαστικής αμεσότητας, αποζημιώθηκε με τον τίτλο ὑπέρτιμος τῶν ὑπερτίμων καὶ ἔξαρχος ἐξἀρχων τῆς Ποντικῆς διοικήσεως καὶ πάσης Ἀνατολῆς.1
Καθεμία από τις δεκατρείς μητροπόλεις του Πόντου είχε με τη σειρά της έναν μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό υπαγομένων επισκόπων με το κατηγόρημα ὑπέρτιμος, στους οποίους, με τη σειρά τους, υπάγονταν επίσης μικρότερες επισκοπές. Μητρόπολη του Πολεμωνιακού Πόντου ήταν η Νεοκαισάρεια και η δικαιοδοσία της εκτεινόταν στις επισκοπές Τραπεζούντος, Κερασούντος, Πολεμωνίου, Κομάνων, Ριζαίου και Πιτυούντος στα βόρεια της Μινγκρελίας στον Εύξεινο Πόντο. Σύμφωνα με την αρχική διάταξη, έπρεπε να υπάρχει μία μόνο μητρόπολη σε κάθε επαρχία. Επομένως εξαρτιόταν αποκλειστικά από τη διακριτική ευχέρεια του Βυζαντινού αυτοκράτορα να παραχωρεί το μητροπολιτικό αξίωμα σε μία ή περισσότερες υπαγόμενες επισκοπές της ίδιας επαρχίας με ειδική χάρη, στερώντας την έτσι από την επαρχιακή κεφαλή των πνευματικών ζητημάτων. Έτσι η εκκλησία της Φάσιδος στη Λαζία είχε ήδη λάβει αυτή την τιμή νωρίτερα. Αλλά η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος τον 8ο αιώνα μεταβίβασε τα μητροπολιτικά δικαιώματα στον επίσκοπο Τραπεζούντας, επειδή η Φάσις είχε σχεδόν ερημώσει. Επομένως στα πρακτικά της εν λόγω Συνόδου διαβάζει κανείς την υπογραφή: Χριστόφορος ἀνάξιος ἐπίσκοπος Φάσιδος ἤτοι Τραπεζοῦντος.
Συχνά συνέβαινε επίσης οι υπαγόμενοι επίσκοποι, λόγω της αλαζονείας και της επιθυμίας για εξουσία των μητροπολιτών, να αναγκάζονται να υποβάλλουν αίτηση στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης για τον τίτλο του μητροπολίτη ή του αρχιεπισκόπου, η χορήγηση του οποίου τους καθιστούσε άμεσα εξαρτώμενους από τον πατριαρχικό θρόνο. Έτσι στον Γεώργιο, επίσκοπο Αμάστριδος, προσφέρθηκε αυτή η εύνοια σε αντάλλαγμα για την πνευματική αλαζονεία του μητροπολίτη Γάγγρας. Και το Ρίζαιον στη Λαζία, μέσω της συνεργασίας του αγίου πατριάρχη Γερμανού, έγινε επίσης αρχιεπισκοπή κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα, τίτλο που έχασε 250 χρόνια αργότερα, την εποχή του αυτοκράτορα Ρωμανού Λεκαπηνού, αλλά ανέκτησε για δεύτερη φορά από τον πατριάρχη μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους.2 Το ότι οι αρχιεπίσκοποι δεν ήσαν πάντοτε μητροπολίτες ταυτόχρονα, είναι φανερό από το γεγονός ότι από τους 83 μητροπολιτικούς θρόνους που υπάγονταν στην πατριαρχική έδρα Κωνσταντινουπόλεως, μόνο 39 είχαν τον βαθμό της αρχιεπισκοπής. Αν ο αυτοκράτορας επιθυμούσε να τιμήσει ιδιαίτερα έναν μητροπολίτη, του απένειμε τον τίτλο του εξάρχου, όπως συνέβη με τον επίσκοπο Κερασούντος, ο οποίος πρώτα έγινε μητροπολίτης και στη συνέχεια έξαρχος.3
Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ήταν συνηθισμένο όχι μόνο κάθε πόλη, αλλά συχνά και μια σημαντική κωμόπολη και ένα μεγάλο χωριό να έχει ειδικό επίσκοπο. Συνέβαινε λοιπόν όχι λιγότεροι από 15 επίσκοποι από εντελώς άγνωστες ή σε μεγάλο βαθμό άγνωστες πόλεις στα Αρμενο-Τζανικά Όρη να υπάγονται στη Μητρόπολη Τραπεζούντος. Ο Βυζαντινός Κωδινός και από αυτόν ο Jus Graeco-Romanum, τους απαριθμεί με την ακόλουθη σειρά: Cheriane, Chamuzur, Chachäum, Paipert, Kerameus, Lerios, Bizanos, Sakabos, Chantzitzon, Chantzierz, Tulnuton, Phasiane, Sermatzon, Andactos και Zarimakon.4
Από τους επισκόπους και μητροπολίτες που υπηρέτησαν στην Τραπεζούντα πριν από την ίδρυση της αυτοκρατορίας, είναι γνωστοί μόνο οι εξής: ο Δόμνος κατά την εποχή της Συνόδου της Νικαίας· ο Άνθιμος Α΄ επί αυτοκράτορα Κωνσταντίου· ο Ατάρβιος από τον 5ο και ο Αντίπατρος από τον 6ο αιώνα. Ο Άνθιμος Β΄ που προήχθη σε πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως επί Ιουστινιανού ύστερα από σύσταση της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Κατά την εποχή της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου ο Θεόδωρος, ἐλέῳ θεοῦ ἐπίσκοπος τῆς Τραπεζουντίων πόλεως. Από τον 8ο αιώνα, ο προαναφερθείς Χριστόφορος είναι γνωστός ως ο πρώτος μητροπολίτης. Το 1020 ο Κωνσταντίνος, και κατά την εποχή του χωρισμού της Ρωμαϊκής και της Ελληνικής Εκκλησίας υπό τον Μιχαήλ Κηρουλάριο, ο Λέων. Στη Σύνοδο του 1166 υπέγραψε ο Μιχαήλ.5
Κανένας από τους πνευματικούς ηγέτες που κυβέρνησαν την Εκκλησία της Τραπεζούντας τον πρώτο αιώνα της αυτοκρατορίας δεν μπορεί να αναγνωριστεί ονομαστικά. Μπορούμε όμως με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι οι Μεγάλοι Κομνηνοί, στην αρχή κιόλας της βασιλείας τους, απένειμαν τον τίτλο του αρχιεπισκόπου στους επισκόπους της νέας πρωτεύουσας βασιζόμενοι στη δική τους εξουσία. Όμως από τον 14ο και 15ο αιώνα μπορούμε να κατονομάσουμε επτά θρησκευτικούς ηγέτες της Τραπεζούντας, εν μέρει από συνοδικά έγγραφα και εν μέρει από το Χρονικό του Παλατιού. Δύο από αυτούς υπέγραφαν ως μητροπολίτες, ενώ οι άλλοι, από ταπεινότητα, υπέγραφαν μόνο ως επίσκοποι. Ο Μιχαήλ Πανάρετος τους δίνει επίσης τον τίτλο του μητροπολίτη. Στη σύνοδο που πραγματοποιήθηκε το 1350 στην Κωνσταντινούπολη υπό τον Ιωάννη [Ε’] Παλαιολόγο και τον Ιωάννη [ΣΤ’] Καντακουζηνό εναντίον των λατινoφρόνων μοναχών Βαρλαάμ και Ακίνδυνου, ο ακόλουθος συμμετείχε και υπέγραψε: «ὁ ταπεινὸς μητροπολίτης Τραπεζοῦντος καὶ ὑπέρτιμος Νήφων».6 Συνελήφθη γύρω στο 1364 ως συμμετέχων σε συνωμοσία εναντίον του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ΄, καθαιρέθηκε και εξορίστηκε στη Μονή Σουμελά, όπου πέθανε από ασθένεια την ίδια χρονιά.7 Πριν από αυτόν κατείχαν το αξίωμα ο Βαρνάβας και ο Ακάκιος, ο τελευταίος όμως συμμετείχε ενεργά στις επαναστάσεις του παλατιού του 1341 και των επομένων ετών. Μετά τον θάνατο του Νήφωνος, ο φύλακας του καθεδρικού ναού Ιωσήφ Λαζαρόπουλος εξελέγη διάδοχός του. Αλλά ύστερα από τέσσερα χρόνια διοίκησης βρήκε τη μοναξιά ενός μοναστηριού πιο ελκυστική από τη λαμπρότητα του αρχιεπισκοπικού θρόνου.8
Ένας Μακεδόνας που ήταν ερημίτης στον Άθωνα για 20 χρόνια, έγινε αργότερα ηγούμενος της Μονής Μαγγάνων στην Κωνσταντινούπολη και ο οποίος αυτοαποκαλούνταν Θεοδόσιος, επιλέχθηκε από σύνοδο για να αναλάβει τη χηρεύουσα έδρα της εκκλησίας της Τραπεζούντας. Τον Αύγουστο του 1370 έκανε την επίσημη είσοδό του και ξεκίνησε τη διοίκηση με την αυστηρότητα και τη σκληρότητα που χαρακτήριζε έναν μοναχό. Το ότι εξακολουθούσε να κατέχει τη θέση το 1380 είναι φανερό από τη βοήθεια που έδωσε στον Άγιο Διονύσιο, τον νεότερο αδελφό του, για την ίδρυση της ομώνυμης μονής της Τραπεζούντας στο Άγιον Όρος με το χρυσάφι του Αλεξίου Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού. Ένας από τους διαδόχους του ήταν ο Θεόδουλος, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτε, εκτός από το ότι το 1405 είχε ήδη παραιτηθεί από την αρχιεπισκοπή και αφιέρωνε τον χρόνο του συνθέτοντας θρύλους αγίων, ύμνους και προσευχές των Ωρών.9 Στη Σύνοδο της Φλωρεντίας το διάταγμα της ένωσης της Ελληνικής και της Λατινικής Εκκλησίας υπογράφει ὁ ταπεινὸς μητροπολἰτης Δωρόθεος, ταυτόχρονα για τις έδρες Τραπεζούντος και Καισαρείας. Μόνο η σεμνότητα τον εμπόδισε, όπως και τους προκατόχους του, να αυτοαποκαλείται ἀρχιεπίσκοπος· γιατί ο Marino Sanudo γράφει για τον ίδιο μητροπολίτη Δωρόθεο: Col Imperadore di Costantinopoli tennero al Concilio l’ Arcivescovo di Trabisonda.10 Συνεπώς ο Rühs κάνει εντελώς λάθος όταν πιστεύει ότι στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ένας πατριάρχης βρισκόταν επικεφαλής του κλήρου. Αυτό δεν ίσχυε, ούτε καν αφότου ο Μιχαήλ [Η’] Παλαιολόγος αποδέχτηκε την ένωση και έτσι προκάλεσε την εξέγερση μεγάλου μέρους των υπηκόων του, ιδιαίτερα του κλήρου. Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ο αυτοκράτορας ήταν ο ανώτατος ηγέτης τόσο σε πνευματικά όσο και σε κοσμικά ζητήματα, και η τελική απόφαση, ακόμη και σε δογματικές διαμάχες, εξαρτιόταν από αυτόν. Για τον λόγο αυτόν συνήθως επέλεγε έναν πατριάρχη με παρόμοια νοοτροπία ή τουλάχιστον προσπαθούσε να κερδίσει την υποστήριξη του πνευματικού ηγέτη πριν κάνει αποφασιστικό βήμα σε ζητήματα πίστης.
Μαζί με τον αυτοκράτορα έπεσε και ο πατριάρχης, και άλλος, υπέρ της νικήτριας παράταξης, πήρε τη θέση του. Ένας Έλληνας δεν θα πίστευε ποτέ ότι ήταν δυνατόν οποιοσδήποτε επίσκοπος εκτός από αυτόν της Κωνσταντινούπολης να αναλάβει τον τίτλο και την εξουσία οικουμενικού πατριάρχη (ἐπίσκοπος τῆς οἰκουμένης), χωρίς να καταπατά τους θεϊκούς και ανθρώπινους νόμους. Μπορεί κάλλιστα να υποθέσει κανείς ότι ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντος ήθελε να ξεπερνά σε κύρος τον γείτονά του, τον αρχιεπίσκοπο Κερασούντος, αλλά και οι δύο ήσαν εξίσου υποκείμενοι στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Και πουθενά δεν διαβάζουμε ότι η εξουσία αυτού του θρόνου αγνοήθηκε ποτέ, έστω για μια στιγμή, στο πολιτικά ξεχωριστό βασίλειο των Τραπεζουντίων· πόσο μάλλον ότι ένας αρχιεπίσκοπος της πρωτεύουσας ανακήρυξε τον εαυτό του πατριάρχη του Ορθόδοξου κόσμου, και έτσι αποκατέστησε την ελευθερία της ποντιακής επισκοπής που κάποτε χάθηκε στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Αντίθετα, αν κατανοήσουμε σωστά ένα απόσπασμα στο Χρονικό του Παλατιού, ένας επίσκοπος που εκλεγόταν από τους Τραπεζουντίους όχι μόνο έπρεπε να λαμβάνει κάθε φορά επιβεβαίωση από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αλλά ακόμη και χωρίς τη συμβολή του Μεγάλου Κομνηνού και του κλήρου του, ο κενός αρχιεπισκοπικός θρόνος καλυπτόταν σε σύνοδο του ανώτατου κλήρου στο Βυζάντιο. Καταλαμβάνει δέ, λέγεται με την ευκαιρία της εκλογής του Κυρ Θεοδοσίου ως μητροπολίτη αρχιεπισκόπου Τραπεζούντας, τὴν εὐδαίμονα Κωνσταντινόπολιν γενόμενος ἡγούμενος ἐν τῇ μονῇ τῶν Μαγκάνων· εἶτα ψήφῳ συνοδικῇ χειροτονεῖται καὶ στέλλεται εἰς Τραπεζοῦντα.11 Η αδιάσπαστη σύνδεση της Εκκλησίας της Τραπεζούντας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη μπορεί επίσης να φανεί από ένα απόσπασμα του αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού, στο οποίο ο εριστικός αυλικός Γρηγοράς ενθαρρύνει τους φίλους και τους συναδέλφους του στην πόλη των Κομνηνών να αποσχιστούν από τη Βυζαντινή Εκκλησία λόγω των σφαλμάτων της.12 Όμως οι προσπάθειες του Γρηγορά να πείσει ήσαν εξίσου μάταιες με τις παρακλήσεις, διαπραγματεύσεις, νουθεσίες και απειλές της Ρωμαϊκής αυλής να απομακρύνει τους κατοίκους της Τραπεζούντας από τα δόγματα και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των προγόνων τους. Από την άποψη αυτή η μάζα του ελληνικού πληθυσμού ήταν μεγαλύτερη και πιο γενναιόδωρη από τους ηγεμόνες της, οι οποίοι ποτέ δεν δίστασαν να θυσιάσουν τους πιο πολύτιμους θησαυρούς του έθνους για να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους. Πολιτικά, αυτός ο λαός ένιωθε ότι ήταν νεκρός πολύ πριν ο Μωάμεθ Β’ υψώσει τα λάβαρα του Ισλάμ στους πύργους της Κωνσταντινούπολης, του Μυστρά και της Τραπεζούντας. Το τρομερό πλήγμα που επέφεραν οι Λατίνοι το 1204 διακήρυττε με ενθουσιασμό ότι η δύναμη, το θάρρος και η πολιτική ζωή είχαν φύγει από τον άτυχο κολοσσό. Από τότε και στο εξής, η θρησκεία ήταν ο μόνος δεσμός που ένωνε πνευματικά τα διαχωρισμένα μέλη και αγκάλιαζε τους Έλληνες του Μοριά και της Τραπεζούντας, της Κωνσταντινούπολης και του Χάνδακα, ως μέλη μιας οικογένειας. Η παραχώρηση θρησκευτικών πεποιθήσεων σε ξένους, μαζί με πολιτικές ελευθερίες, φαινόταν στον λαό σαν να χτυπά την καμπάνα του θανάτου για ολόκληρο το έθνος.
Μετά την αποστασία του Μιχαήλ Παλαιολόγου, οι φυσικοί υπερασπιστές και προστάτες του εθνικού δόγματος σχετικά με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος εμφανίστηκαν όχι μόνο στους πνευματικούς ηγέτες, αλλά και στον αυτοκράτορα και τους μεγάλους της Εκκλησίας της Τραπεζούντας. Για τη Λατινική Εκκλησία η κατανίκηση αυτών των θέσεων ήταν για πολύ καιρό η πιο ένθερμη προσπάθεια των παπών. Ο Νικόλαος Δ΄ στα τέλη του 13ου αιώνα και ο Ιωάννης ΚΒ΄ στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα έστειλαν αρκετές φορές μοναχούς με επιστολές στον αρχιεπίσκοπο και τον Μεγάλο Κομνηνό, για να νικήσουν αυτούς τους τελευταίους πυλώνες του ελληνικού πείσματος. Όλες όμως οι προσπάθειες υπήρξαν μάταιες, μέχρι που ο τρόμος της οθωμανικής εξουσίας διείσδυσε ακόμη και στα βουνά της Τραπεζούντας. Ο φόβος της πολιτικής δουλείας οδήγησε τους αντιπροσώπους του αυτοκράτορα στη Φλωρεντία, συνοδευόμενους από τον μητροπολίτη, επειδή έλπιζαν να σώσουν τη χώρα από την υποδούλωση σε σκληρό εχθρό υπογράφοντας το Ρωμαϊκό Σύμβολο της Πίστεως.
Ο Ευγένιος Δ’ είχε στείλει δύο φορές επιστολές και αγγελιοφόρους στην Τραπεζούντα, όπως φαίνεται από επιστολή του Μεγάλου Κομνηνού προς τον προαναφερθέντα πάπα, η οποία διασώζεται στα λατινικά στα πρακτικά της Φλωρεντινής Συνόδου. Σύντομη και άνοστη, έχει ως εξής στη βάρβαρη και ακατανόητη λατινική μετάφραση που μας διασώζει ο Μάνσι:
Sanctissimo et beatissimo in Christo patri et domino Eugenio quarto summo pontifici Romanorum, suo reverendissimo Morame Megatomenus dei gratia Imperator Trapesundarum.
Sanctissime et beatissime Pater et domine in Christo!
Binas series ejusdem S.V. per galeam Venetorum suscepisse sciveritis, singulam Romae datam, alteram quoque Florentiae. Gratissima nobis contenta in ipsis cordiali mente percepimus. Requisitioni siquidem praelibatae S. cum toto nostro Imperio laeto animo assentire dispositi. Quis enim dignus illius lucis videre constructum magno desiderio optandum? Parcat deus illis, quibus non est timor dei, eandem S. vexare, curosam tanti boni operis merita adimplere. Rogamus altissimum, ut dignetur in praedictis taliler disponere, ut nulla interveniat causa, quae obstet praelibatae Sanctitati ab inceptis desistere, ut optatur.
Data Trapezundis. 1434. die 18. Octobris.13
Το γεγονός ότι ο τίτλος θα έπρεπε να αναγράφεται Mega-Comnenus αντί για Megatomenus είναι σαφές χωρίς σκέψη. Ομοίως, η πολιτική ιστορία δεν γνωρίζει τίποτε για κάποιον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας που ονομαζόταν Morame. Εκείνη περίπου την εποχή βασίλεσαν ο Αλέξιος Δ΄ και ο δεύτερος γιος του Αλέξανδρος ή Σκάνταρ. Η έκφραση “Parcat deus illis, quibus non est timor dei, eandem Sanctitatem vexare” (Είθε ο Θεός να γλιτώσει εκείνους που δεν έχουν φόβο Θεού, από το να εμποδίζουν τον ίδιο Άγιο Πατέρα) κ.λπ., αναφέρεται στους πατέρες της Συνόδου της Βασιλείας, οι οποίοι αντιτάσσονταν σθεναρά στη Σύνοδο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας στη Φλωρεντία.
Επιπλέον, στις εκεί συνεδριάσεις, ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας είχε κατακτήσει την πέμπτη θέση μεταξύ του ελληνικού κλήρου μετά τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, από την οποία μπορεί κανείς να κρίνει το βαθμό του κύρους του στην Ανατολική Εκκλησία. Οι αρχιεπίσκοποι Ηρακλείας, Εφέσου και Μονεμβασίας ως αναπληρωτές των πατριαρχών Αντιοχείας, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, και ο Καθολικός του βασιλιά της Ιβηρίας, σύμφωνα με την αφήγηση αυτόπτη μάρτυρα, κάθισαν στα πρώτα σκαμνιά πίσω από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Ακολουθούσε ο Δωρόθεος Τραπεζούντος και ύστερα από αυτόν οι Νικαίας, Νικομηδείας, Λακεδαίμονος, Αμασείας κ.λπ. Μεταξύ των κοσμικών εκπροσώπων, οι πρώτοι που κάθισαν μετά τον Βυζαντινό αυτοκράτορα ήσαν ο κράλης της Σερβίας και ο απεσταλμένος του Αλεξίου Μεγάλου Κομνηνού.14
Αλλά η νίκη της Λατινικής Εκκλησίας υπό τον Ευγένιο και η καταστολή των εθνικών ελευθεριών από τους Παλαιολόγους και τους Κομνηνούς υπήρξαν εξίσου ανεπιτυχείς. Διότι, όπως είναι γνωστό, οι Έλληνες είχαν μόλις υπογράψει, όταν ο χωρισμός ξεκίνησε εκ νέου υπό την ηγεσία του αρχιεπισκόπου Εφέσου. Οι Τραπεζούντιοι, όπως και οι Έλληνες γενικά, ήθελαν μόνο στρατούς και στόλους εναντίον των Οθωμανών και δεν τους ενδιέφερε καθόλου η ενότητα των εκκλησιών. Μόλις είδαν ότι οι διχασμένοι, αμοιβαία εχθρικοί ηγεμόνες της Ευρώπης δεν ήσαν πια πλήρως υποταγμένοι στον πάπα και, όπως φαντάζονταν στην Ασία, δεν υπάκουαν πια στις εντολές του να ξεκινήσουν για την Ανατολή με την ίδια προθυμία όπως κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών, άκουγαν ακόμη πιο πρόθυμα τη φωνή των μοναχών τους, οι οποίοι τους απειλούσαν με προσωρινή ντροπή και αιώνια καταδίκη αν υπέκυπταν στην «άθεη Εκκλησία» της Ρώμης. Εκείνη την εποχή οι μοναχοί διαχειρίζονταν τις δημόσιες υποθέσεις εξ ολοκλήρου μόνοι τους και —θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς— κατά μία έννοια καθόριζαν την τύχη του ελληνικού κόσμου. Ήσαν πιο ισχυροί από τους ηγεμόνες της χώρας, επειδή αγωνίζονταν για τον σκοπό τους με περισσότερο θάρρος, δύναμη και επιτυχία απ’ όσο οι βασιλείς που αγωνίζονταν για την κοσμική τους εξουσία. Ο ελληνικός λαός ήταν απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτούς. Μάλιστα ο τρόπος σκέψης του είχε γίνει εντελώς μοναστικός. Και συνέβη επίσης αυτό που συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες συνθήκες. Πυκνό σύννεφο της πιο κραυγαλέας δυσπιστίας σε θρησκευτικά ζητήματα είχε κατακλύσει τον λαό της Τραπεζούντας. Οι αντιλήψεις για την αγιότητα και τη δύναμη των μοναχών πάνω στη σωματική και πνευματική δύναμη ήσαν τόσο υπερβολικές, που η μαγική δύναμη των προσευχών τους για την καταπολέμηση των Τούρκων θεωρούνταν πιο ισχυρή από καλά οργανωμένο και μαχητικό στρατό. Μάλιστα ακόμη και ο «Πρίγκιπας του Σκότους», πίστευε ο ανόητος λαός, ήταν υποταγμένος στους μοναχούς. Ανάμεσα σε πολλά παράλογα έθιμα, πηγή των οποίων ήσαν οι μοναστικές δεισιδαιμονίες, υπήρχε, σύμφωνα με τον Κλαβίχο, ακόμη και μεταξύ των πολιτών της πρωτεύουσας, το έθιμο να ντύνουν με θρησκευτική ενδυμασία μετά τον θάνατό του ένα άτομο που πίστευαν ότι είχε ζήσει κακή ζωή και να του δίνουν μοναστικό όνομα, ώστε να μην το αναγνωρίζει πια ο διάβολος.15
Η κατάχρηση και η αλαζονεία είναι οι φυσικοί σύντροφοι της απόλυτης εξουσίας, είτε αυτή εκτείνεται στην πολιτική είτε στην πνευματική ζωή των ανθρώπων. Και ακόμη κι αν είμαστε πεπεισμένοι ότι σίγουρα υπήρχαν μεμονωμένοι άνδρες μεταξύ των μοναχών της Τραπεζούντας που, εμπνευσμένοι από το πνεύμα της αγνής αρετής και τον φόβο του Θεού, αναστέναζαν για την ανοησία των μαζών, είμαστε όμως γενικά αναγκασμένοι να συμφωνήσουμε με τον Νικηφόρο ότι η πλειοψηφία τους, σε ηλίθια άγνοια, θεωρούσε την ωμή επιείκεια και την αδέξια απάτη ως κύρια ασχολία της, όπως ακριβώς και ο απλός λαός.
O προαναφερθείς Γρηγοράς, ο δογματικός εχθρός και αντίπαλός τους, γράφει με την ωμότητα εκείνων των εποχών: οι μοναχοί είναι πιο αδηφάγοι από τους χοίρους, πίνουν περισσότερο από τους ελέφαντες, καυχιούνται ότι έμαθαν θεϊκά μυστικά όταν το κρασί που καταναλώθηκε σε υπερβολική ποσότητα έχει εξατμιστεί μέσω του μακρού ύπνου, και ύστερα θέλουν να προβλέψουν μελλοντικά γεγονότα.16 Κανείς δεν θα ήταν τόσο άδικος, ώστε να καταδικάσει μια κατηγορία ανθρώπων που είναι σίγουρα σεβάσμιοι από μόνοι τους, επειδή, εκτός από τις πολλές ευεργετικές τους ιδιότητες, όπως κάθε άλλος άνθρωπος, αποκάλυπταν επίσης τα ελαττώματα της εποχής και τις αναπόφευκτες συνέπειες της θέσης τους στον κόσμο. Αλλά αν κάποιος εξετάσει το ζήτημα αποκλειστικά με όρους ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων, είναι σαφές ότι ο κλήρος της Τραπεζούντας, όπως και ολόκληρο το ελληνικό έθνος, όταν αντιμετώπιζε μια επιλογή μεταξύ δύο ξένων ηγεμόνων, θα έτεινε πάντοτε να προτιμά τους Οθωμανούς Τούρκους από τη Λατινική Εκκλησία της Δύσης· επειδή οι λαοί υπέμεναν πάντοτε την πολιτική υποδούλωση με μεγαλύτερη υπομονή παρά τη δουλική υποδούλωση του πνεύματος. Οι σκληρότητες και η προδοσία των Λατίνων χριστιανών κατά την κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και ο διωγμός τους κατά της Ελληνικής Εκκλησίας, συνοδευόμενος από περιφρόνηση και βαρβαρότητα, ενστάλαξαν στους χριστιανούς κατοίκους αυτών των χωρών αποστροφή κατά της πνευματικής διακυβέρνησης του Δυτικού κόσμου, την οποία κανένας χρόνος ή γεγονός δεν θα μπορούσε ποτέ να εξαλείψει από τις καρδιές τους. Ο ζυγός των Οθωμανών Τούρκων τους φαινόταν λιγότερο καταπιεστικός, λιγότερο εξευτελιστικός και λιγότερο επικίνδυνος για την εγκόσμια και αιώνια σωτηρία, από την επιθυμία για εξουσία, την απληστία και τις άνομες δεσμευτικές γραπτές διατάξεις της Εκκλησίας της Ρώμης.
Η χριστιανική κοινότητα της Τραπεζούντας επιμένει σε αυτή την αποστροφή προς οποιασδήποτε σχέση με τη Δυτική Εκκλησία μέχρι σήμερα. Μόνο που στα μέσα του 17ου αιώνα ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος ασπάστηκε προσωπικά την παπική κοινωνία και ήρθε ο ίδιος στη Ρώμη για να μαρτυρήσει την υποταγή του, όπως περιγράφει εκτενώς ο Γαλανός.17 Οι εκκλησίες της Κερασούντας και του Ριζαίου, των οποίων ούτε τα ονόματα των επισκόπων ούτε οι πράξεις τους είναι γνωστές κατά την περίοδο των Κομνηνών, είχαν την ίδια μοίρα με την πρωτεύουσα. Μόνο αυτά μαθαίνουμε από τον Crusius: την εποχή που ο Αλέξιος Α΄ βρισκόταν ακόμη στη Φάση, ο μητροπολίτης Κερασούντας εμφανίστηκε σε σύνοδο της Κωνσταντινούπολης, και το 1437 ὁ Κερασοῦντος ήταν παρών στη σύνοδο της Φλωρεντίας (aderat metropolita Cerasuntis).18
Στην ίδια την πρωτεύουσα, εκτός από τον αρχιεπισκοπικό καθεδρικό ναό του Αγίου Φιλίππου, υπήρχαν πολλά μοναστήρια με μεγαλοπρεπείς ναούς, από τα οποία η Μαγγάνων, η Σουμελά, ο Άγιος Ευγένιος και η Χρυσοκέφαλος, μαζί με τη Μονή του Παναγίου Τάφου, αναφέρονται ονομαστικά στα χρονικά. Η τελευταία είχε επιτετραμμένο στην Ιερουσαλήμ, στον τάφο του Σωτήρα του Κόσμου, όπως φαίνεται από τα πρακτικά της Ιεροσολυμιτικής Συνόδου του 1672.19 Στο προάστιο Αχάντος20 βρισκόταν η εκκλησία και το μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου τάφηκε ο Αλέξιος Δ΄Μέγας Κομνηνός, ο οποίος σκοτώθηκε εκεί. Μισή ώρα από την πόλη, σε γοητευτική περιοχή πάνω στην παραλία, βρισκόταν η Αγία Σοφία, ενώ πέντε ώρες πιο πέρα το αρχαίο χωριό Κορδύλη με το μοναστήρι του Αγίου Φωκά, το οποίο ήταν τόσο ευρύχωρο, που μπορούσε να φιλοξενήσει μεγάλο μέρος του στρατού της Τραπεζούντας.
Το ήπιο κλίμα, η εύκολη πρόσβαση σε τρόφιμα και το ίδιο το πνεύμα της εποχής ήσαν ιδιαίτερα ευνοϊκά για τον μοναχισμό στη γη των Τραπεζουντίων. Έχτιζαν τα κελιά τους όχι μόνο στην ακτή και στα πλούσια σε κήπους προάστια, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, ανάμεσα σε δάση και οροσειρές, ιδρύοντας οικισμούς, καθένας με τη δική του γη σε μεγάλη έκταση. Ένα από τα πιο διάσημα και μεγαλύτερα ήταν το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη [Βαζελώνος], σε απόσταση μιας ολόκληρης ημέρας ταξιδιού από την πρωτεύουσα και σε ρομαντικό περιβάλλον. Υπήρχε ακόμη και την εποχή του Tournefort. Κατείχε όλη τη γη σε ακτίνα τριών ωρών, πολλά αγροκτήματα στις κοιλάδες, βοσκούς στις κοντινές Άλπεις, καθώς και πολλά σπίτια στην πόλη της Τραπεζούντας. Όλα αυτά χρονολογούνται από την εποχή των Κομνηνών. Τα βουνά που κύκλωναν το μοναστήρι ήσαν καλυμμένα με καρπίνους, βελανιδιές, φλαμουριές και έλατα αξιοθαύμαστου ύψους. Το ίδιο το κτίριο του μοναστηριού, φτιαγμένο από ξύλο, χτισμένο στην πλαγιά απόκρημνου βράχου σε ιλιγγιώδες ύψος, προσβάσιμο από αδέξια σκάλα, περιτριγυρισμένο από πηγές, ρυάκια και λιβάδια, ενέπνευσε στον ευαίσθητο Tournefort την επιθυμία να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του σε αυτή την όμορφη ερημιά.21 Κατά τον 13ο ή 14ο αιώνα Ιταλοί Φραγκισκανοί μοναχοί εγκαταστάθηκαν επίσης στην Τραπεζούντα και έχτισαν μοναστήρι, στο οποίο υπάγονταν τα ξενικά ιδρύματα που ιδρύθηκαν ταυτόχρονα στη Σαμψούντα και τη Σινώπη, όπως ανακάλυψε ο Waddingus σε παλιό χειρόγραφο στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού.22 Το αν οι Αρμένιοι είχαν επίσης επίσκοπο που κατοικούσε στην Τραπεζούντα, όπως ισχυρίζεται ότι άκουσε και είδε ο Καστιλιάνος Κλαβίχο, είναι σχεδόν αμφίβολο, καθώς δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά από τον Ουσκάν στον κατάλογο των επισκόπων αυτού του έθνους, αν και μικρότερες, πιο απομακρυσμένες και από αιώνες εξαφανισμένες επισκοπές αυτού του λαού αναφέρονται εκεί με ακρίβεια. Το συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση πιθανότατα παραχώρησε τη λαμπρότητα της επισκοπικής λατρείας στους Αρμένιους πολίτες και εμπόρους της πρωτεύουσας, επειδή οι Λατίνοι είχαν τη δυνατότητα να εγκαταστήσουν τους ιεραποστολικούς τους οικισμούς εκεί, είναι λανθασμένο, αφού αφενός η μισαλλοδοξία και το μίσος του ελληνικού κλήρου προς την Αρμενική Εκκλησία ήταν εξίσου άγριο και ίσως ακόμη πιο άγριο λόγω της εγγύτητας των δύο εθνών και της μικρής διαφοράς στα δόγματα και την πειθαρχία τους, παρά προς τους Λατίνους. Από την άλλη πλευρά όμως οι Αρμένιοι, στα μάτια των Μεγάλων Κομνηνών, δεν άξιζαν την ίδια προσοχή και εκτίμηση με τις ισχυρές αυτοκρατορίες της Δύσης, καθώς δεν μπορούσε να αναμένεται καμία βοήθεια από αυτούς στον αγώνα για επιβίωση που έπρεπε να υπομείνουν οι Τραπεζούντιοι με τους Οθωμανούς Τούρκους, ενώ μόνο οι δεύτεροι ήσαν σε θέση να αποτρέψουν την επικείμενη καταστροφή στην πορεία της. Η αγάπη και το μίσος, οι ευλογίες και οι κατάρες, καθώς και οι νόμοι και τα διατάγματα κάθε είδους, συνήθως καθορίζονται από τους ανθρώπους, ακόμη και σε θρησκευτικά ζητήματα, σύμφωνα με τα γήινα πλεονεκτήματα και το γήινο κέρδος.
Είναι βέβαιο ότι μετά την καταστροφή της αυτοκρατορίας, οι Τούρκοι, με τον ίδιο ζήλο και την περήφανη περιφρόνηση όπως μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, επέτρεψαν την ίδρυση αρμενικής επισκοπής στην Τραπεζούντα, παράλληλα με την αρχαία ελληνική. Είναι λυπηρό να σημειωθεί, ότι η απώλεια της πολιτικής ελευθερίας και η καταπίεση του τουρκικού ζυγού μπόρεσαν από μόνες τους να βάλουν τέλος στην ασυμβίβαστη έχθρα, με την οποία αυτές οι δύο χριστιανικές εκκλησίες αλληλοεπιτίθεντο μέχρι τότε. Αντίθετα, αυτός ο θρίαμβος έπρεπε να ανήκε αποκλειστικά στον Χριστιανισμό. Όλοι όμως γνωρίζουμε τώρα, ότι η κοινωνική κατάσταση των λαών εκείνης της εποχής δεν ήταν αρκετά ανεπτυγμένη και εκλεπτυσμένη για να αφομοιώσει την ουσία της χριστιανικής θρησκείας και να την εκφράσει στις σχέσεις της με ξένους λαούς. Και αν η ουσία αυτής της θρησκείας απαιτεί από τους λαούς να φέρονται ο ένας στον άλλον με την ίδια φροντίδα και αυταπάρνηση, με την ίδια δικαιοσύνη και ευγένεια, όπως συνήθως παρατηρείται μεταξύ καλοαναθρεμμένων ατόμων στις καθημερινές τους συναλλαγές, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι εκείνη την εποχή, λίγα περισσότερα από το όνομα του Χριστιανισμού μπορούσαν να βρεθούν μεταξύ των οπαδών του.
Η μετέπειτα μοίρα της Εκκλησίας της Τραπεζούντας κατά τη διάρκεια των τετρακοσίων πενήντα ετών υποδούλωσής της στους Τούρκους, καθώς και οι επανειλημμένες προσπάθειες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας να αναγκάσει την ταπεινωμένη και υποταγμένη αδελφή της να παραδεχτεί το άδικό της, είναι ζητήματα που μπορούμε καθημερινά να παραβλέπουμε, ως κάτι που δεν ανήκει στον σκοπό μας.
Το αν η μέρα της ελευθερίας δεν θα έρθει ποτέ για τους άτυχους, και αν η ακλόνητη σταθερότητα με την οποία αψήφησαν όλα τα βάσανα και υπέμειναν όλες τις ταπεινώσεις μέχρι σήμερα θα παραμείνει ανεκπλήρωτη, αντίθετα με την κρίση όλων των σοφών, πρέπει να κριθεί από τα γεγονότα του εγγύς μέλλοντος. Μήπως δεν κυματίζουν ήδη σήμερα στις όχθες του ποταμού Φάση, του λίκνου του αυτοκρατορικού θρόνου της Τραπεζούντας, τα νικηφόρα λάβαρα μιας μεγάλης χριστιανικής δύναμης; Την ίδια ακριβώς στιγμή που τρομερές δοκιμασίες προαναγγέλλουν την επικείμενη γέννηση της ελευθερίας στην Πελοπόννησο και τις γειτονικές χώρες, μήπως δεν αρχίζουν να αναδύονται από τη γη και στην περιοχή των χωρών του Καυκάσου οι σπόροι μιας νέας τάξης πραγμάτων, ενός γενικού μετασχηματισμού των ανθρώπινων υποθέσεων; Η γη και η Εκκλησία της Τραπεζούντας είναι προορισμένες να γίνουν η πρώτη κατάκτηση του πολιτισμού και της δικαιοσύνης που πηγάζει από τις όχθες του ποταμού Κουρ!
ἐμοὶ μὲν μέχρι τοῦδε γραφέσθω· τὰ δὲ μετὰ ταῦτα ἴσως ἄλλῳ μελήσει.23
| <-3.2. Έθιμα, χώρος διαβίωσης, εμπόριο, μάθηση και στρατιωτική δύναμη των Τραπεζουντίων |
