ch_0_03

<-0.2. Εισβολές των Σελτζούκων και των Γεωργιανών. Οι Βυζαντινοί κυβερνήτες της Τραπεζούντας αγωνίζονται για ανεξαρτησία 0.4. Επανάσταση στην Κωνσταντινούπολη. Aνατροπή και μετανάστευση της δυναστείας των Κομνηνών αυτοκρατόρων στην Κολχίδα->

Κεφάλαιο 0.3. Συμμαχία των Τραπεζουντίων με τους Κολχικούς λαούς εναντίον της βασίλισσας Τάμαρ της Γεωργίας

Οι παράκτιες περιοχές ανατολικά της Μαύρης Θάλασσας, οι οποίες σήμερα είναι γνωστές ως Μινγκρελία, Ιμερέτι, Γκουρία, Λασκέτι και Ταραμπουζούν [Τραπεζούς], ονομάζονταν Αιθιοπία στην αρχαιότητα. Αργότερα ονομάστηκαν Κολχίς από την ιερατική κάστα που κυβερνούσε εκεί και τέλος Λαζία ή Λαζική από τη φυλή των Λαζών, όνομα που άρχισε να γίνεται συνηθισμένο στις πρώτες ημέρες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ενώ τον 13ο αιώνα οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας, ως οι πιο ισχυροί ηγεμόνες αυτών των περιοχών, έπαιρναν το όνομα των Λαζών ηγεμόνων (Ἄρχοντες τῶν Λαζῶν) από τους αυλικούς και τους χρονογράφους της Κωνσταντινούπολης.1 Μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού οι προαναφερθείσες περιοχές υπάκουαν στους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, αλλά δεν πλήρωναν ούτε φόρο ούτε προσέφεραν καμία άλλη υπηρεσία, εκτός από το να εμποδίζουν την πρόσβαση στη Ρωμαϊκή Ασία για τους βόρειους βαρβάρους από τη Μαιώτιδα [Αζοφική] και τον Καύκασο. Η Λαζία, με την ευρύτερη έννοια, ήταν βυζαντινή παραμεθόρια περιοχή. Όταν όμως ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός παραβίασε τα παλαιά, συμβατικά δικαιώματα αυτών των συνοριακών πολιτοφυλακών, εκείνες αποφάσισαν να παραδοθούν σε άλλον προστάτη που θα εκτιμούσε καλύτερα την αφορολόγητη υποταγή τους. Πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον Σασσανίδη βασιλιά Χοσρόη της Περσίας. Σύντομα όμως κουράστηκαν και από τον νέο τους προστάτη, επειδή η γη τους υπήρξε θέατρο πολέμου και λεηλατούνταν τόσο από φίλους όσο και από εχθρούς. Γι’ αυτό προσπάθησαν και πάλι να αποκαταστήσουν τις προηγούμενες συνθήκες με την Κωνσταντινούπολη και, με λίγες διακοπές, τις τήρησαν μέχρι τον 11ο αιώνα.

Μεταξύ των ετών 1089 και 1130, αυτές οι παράκτιες περιοχές, όπως έχουμε ήδη σημειώσει πιο πάνω, διαταράχθηκαν από τις στρατιωτικές εκστρατείες του Γεωργιανού βασιλιά Δαβίδ. Όμως το γεγονός ότι εκείνη την εποχή, όπως και η περιοχή της Τραπεζούντας, έγιναν μόνιμη κατάκτηση του προαναφερθέντος βασιλιά, είναι προφανές από το γεγονός ότι η Τάμαρ, κόρη του εγγονού του, βάδισε με στρατό για να τις επανυποτάξει. Διότι μετά τον θάνατο του Γεωργίου Γ΄ το 1171, σύμφωνα με το Χρονικό του Βαχτάνγκ, δεν υπήρχαν άρρενες κληρονόμοι και το στέμμα πέρασε στην κόρη του Τάμαρ, η οποία έγινε διάσημη για τους πολέμους της και αξέχαστη στους Γεωργιανούς χάρη στα κατορθώματά της.2 Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας της, υπέταξε τις περιοχές από την Ταμπρίζ3 και το Μαράντ μέχρι τη Μιανέ και το Καζβίν, τη Σιστάνα (;) μέχρι την Κασπία θάλασσα, μέρος της Ανατολίας και την πόλη της Τραπεζούντας, όλη την Αμπχαζία και τα βουνά του Καυκάσου. Στις επιτυχημένες μάχες εναντίον του σουλτάνου Νουκαρντίν,4 λέγεται περαιτέρω, και του Πέρση σάχη Αταμπέκ,5 αυτοί οι στρατοί ηττήθηκαν ολοκληρωτικά και οι στρατοί τους διασκορπίστηκαν.

Η ιστορία στη συνέχεια αφηγείται πώς παντρεύτηκε έναν Ρώσο ηγεμόνα που βρισκόταν στην Τιφλίδα εκείνη την εποχή, αλλά τον χώρισε λόγω της ακολασίας του και πήρε ως σύζυγό της τον Μπαγκρατίον, ηγεμόνα της Οσετίας. Ο εκδιωγμένος Ρώσος εισέβαλε στη συνέχεια στη Λαζία με σημαντικό στρατό από την Ελλάδα και προέλασε προς την πόλη Κιουτάισι, όπου όλοι οι ευγενείς της χώρας ενώθηκαν μαζί του. Όμως η Τάμαρ τον νίκησε στη συνέχεια σε μεγάλη μάχη, τον συνέλαβε και στη συνέχεια τον απελευθέρωσε, οπότε εκείνος εξαφανίστηκε για πάντα από αυτές τις περιοχές.6 Δυστυχώς δεν βρίσκουμε περισσότερες λεπτομέρειες στο απόσπασμα από το Ιβηρικό Χρονικό σχετικά με αυτή την αξιοσημείωτη εκστρατεία των Γεωργιανών εναντίον της Κολχίδας και της Τραπεζούντας. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στον λόγο για μια τέτοια επιχείρηση, ούτε στις συνθήκες γύρω από την εκτέλεσή της. Πώς, για παράδειγμα, οι δυνάμεις της βασίλισσας κατάφεραν να διεισδύσουν στα καλά οχυρωμένα εδάφη των Τραπεζουντίων, αν τελικά κατέκτησαν και λεηλάτησαν τη βαριά οχυρωμένη πόλη της Τραπεζούντας ή, όπως συνέβαινε συχνά, τα άμεσα περίχωρα· πόσο καιρό άντεξαν εκεί και πόσο πέρα από την Τραπεζούντα υπέταξαν τη χώρα. Ελλείψει θετικών πληροφοριών, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε όλα αυτά τα ερωτήματα με βάση την κατάσταση που επικρατούσε σε αυτές τις περιοχές εκείνη την εποχή.

Είναι γνωστό ότι η κατάκτηση και η κατοχή των λαζικών θαλάσσιων επαρχιών ήταν πάντοτε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς στόχους της κυβέρνησης της Τιφλίδας, και δικαίως, επειδή μόνο κατέχοντας τα ανατολικά λιμάνια του Ευξείνου Πόντου μπορούσε κανείς να αποκτήσει τον έλεγχο του επικερδούς εμπορίου με ολόκληρο τον δυτικό βυζαντινό κόσμο. Την εποχή της παρέμβασης της Τάμαρ, οι εν λόγω επαρχίες είχαν μείνει απροστάτευτες από την Κωνσταντινούπολη για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς ο αυτοκράτορας Μανουήλ [Α’ Κομνηνός], μετά τη μεγάλη του ήττα στα περάσματα των Χωνών [Μυριοκέφαλον], μόλις που μπορούσε να αμυνθεί ενάντια στους Σελτζούκους Τούρκους. Ο Νικηφόρος, τότε ηγεμόνας, ή αν προτιμάτε, κυβερνήτης της Τραπεζούντας, γνώριζε τη σημασία των επαρχιών της Λαζίας που συνόρευαν με την επικράτειά του, καθώς και της βασίλισσας Τάμαρ και, επιπλέον, ενθαρρύνοντας τους ευγενείς της απειλούμενης χώρας, προσπάθησε να εμποδίσει τα γεωργιανά στρατεύματα να εγκατασταθούν στην ακτή.7 Αυτό ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει τις φλόγες του πολέμου μεταξύ των δύο αντίπαλων πλευρών. Κατά τη γνώμη μας ο προαναφερθείς Ρώσος ηγεμόνας και σύζυγος της Τάμαρ, μετά την απόλυσή του από την αυλή, στράφηκε για βοήθεια όχι στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Μανουήλ [Α’ Κομνηνό] αλλά στον Νικηφόρο της Τραπεζούντας. Λέγεται ότι ο Αντρέι πήγε στην Ελλάδα και εμφανίστηκε μπροστά στο Κιουτάισι με ελληνική δύναμη επικουρίας. Όμως αυτή η δύναμη επικουρίας αποτελούνταν από Τραπεζούντιους Έλληνες και αυτή η Ελλάδα ήταν η περιοχή της Τραπεζούντας, η οποία στο Συριακό Χρονικό συχνά ονομάζεται Jannoio, δηλαδή «Ελλάδα», ενώ στον Joinville, που έζησε την ίδια εποχή με τον Abulpharagius, ονομάζεται «Βαθιά Ελλάδα» (Profonde grèce).8 Ο Κίνναμος και ο Νικήτας, οι οποίοι περιέγραψαν εκτενώς τη ζωή του Μανουήλ και την άφησαν στην ύστερη γενιά, το επιβεβαιώνουν αυτό με τη σιωπή που τηρούν σχετικά με μια Κολχική-Ιβηρική εκστρατεία, καθώς και την άφιξη ενός εξόριστου βασιλιά της Γεωργίας στην αυλή της Κωνσταντινούπολης. Όμως, ως σύγχρονοι ιστορικοί και ζώντας οι ίδιοι στην αυλή, σίγουρα δεν θα είχαν παραβλέψει ένα τόσο σημαντικό γεγονός αν αυτό είχε συμβεί, ειδικά ο Κίνναμος, ο οποίος σίγουρα δεν θα είχε παραλείψει να στέψει τον κύριό του με νέο δάφνινο στεφάνι, αν εκείνος είχε βοηθήσει έναν άτυχο ηγεμόνα να ανακτήσει τα δικαιώματά του. Επιπλέον, το χρονικό περιγράφει τον ελληνικό στρατό επικουρίας ως σημαντικό, κάτι που θα απαιτούσε μεγάλο στόλο μεταφορών για να τον μεταφέρει από την Κωνσταντινούπολη στη Φάσιδα, αφού η χερσαία διαδρομή μέσω Μικράς Ασίας είχε κλείσει από την ανώτερη δύναμη των Σελτζούκων. Και όλα αυτά θα έπρεπε να είχαν περάσει απαρατήρητα από τον Κίνναμο, τον εξ απορρήτων γραμματέα και αχώριστο σύντροφο του Μανουήλ.

Από την Τραπεζούντα όμως μια σημαντική δύναμη μπορούσε εύκολα να προχωρήσει στα τείχη του Κιουτάισι και, ενωμένη με τους αντι-Γεωργιανούς αρχηγούς της χώρας, να ξεκινήσει τη μάχη εναντίον της κατακτήτριας Τάμαρ. Μετά το ατυχές τέλος αυτής της μάχης και τη φυγή του Αντρέι, μια επίθεση του νικηφόρου εχθρού σε όλη τη Λαζία και την Τραπεζούντα θα ήταν φυσική συνέπεια.

Για να πέσει ακόμη και η Τραπεζούς, οχυρωμένη από τη φύση και την τέχνη, στα χέρια των Γεωργιανών κατά τη διάρκεια αυτής της εισβολής, πρέπει ο Νικηφόρος να έχασε ολόκληρο τον στρατό του στη μάχη του Κιουτάισι ή ίσως να παρέμεινε εκεί ο ίδιος, έτσι ώστε η απογοήτευση για την ατυχία να παρέλυσε το θάρρος και τη δύναμη των αμυνομένων.

Είναι επίσης απίθανο να αντιμετώπισαν οι Γεωργιανοί τη χώρα με προσοχή, αφού, ως φανατικοί χριστιανοί και αδυσώπητοι εχθροί των μωαμεθανών, πρέπει να απεχθάνονταν ιδιαίτερα τους Τραπεζούντιους, οι οποίοι, ως χριστιανοί, συχνά είχαν καλές σχέσεις με τους Τουρκομάνους και άλλους άπιστους ηγεμόνες των γύρω χωρών και μάλιστα είχαν σχηματίσει συμμαχίες μαζί τους εναντίον των χριστιανών. Όμως, ακόμη κι αν λέγεται ότι το κάστρο της Τραπεζούντας αψήφησε τα στρατεύματα ελαφρού ιππικού της Γεωργίας και ακόμη κι αν τα οχυρά στα βουνά δεν κατακτήθηκαν εκείνη την εποχή, από εκείνη την ατυχή ημέρα δεν υπήρχε επαρκής διαθέσιμη δύναμη για να αποκρούει τις επιδρομές λεηλασίας, με τις οποίες εισέβαλαν ετησίως στην ανοιχτή Λαζία από τη Γεωργία. Δυστυχώς εκείνη την εποχή η κατάσταση των γειτονικών κρατών της Ανατολίας ήταν τόσο δυσμενής, που δεν μπορούσε να βρεθεί πουθενά βοήθεια εναντίον των επιδρομών του εχθρού, μέχρι που τελικά συνέβη ένα γεγονός στη μακρινή Κωνσταντινούπολη, το οποίο έστειλε απροσδόκητα έναν σωτήρα στους καταπιεσμένους και, γενικά, επέφερε εντελώς διαφορετική τάξη πραγμάτων σε αυτές τις περιοχές.

<-0.2. Εισβολές των Σελτζούκων και των Γεωργιανών. Οι Βυζαντινοί κυβερνήτες της Τραπεζούντας αγωνίζονται για ανεξαρτησία 0.4. Επανάσταση στην Κωνσταντινούπολη. Aνατροπή και μετανάστευση της δυναστείας των Κομνηνών αυτοκρατόρων στην Κολχίδα->
error: Content is protected !!
Scroll to Top