ch_3_01

<-2.10. Η μοίρα των ηττημένων 3.2. Έθιμα, χώρος διαβίωσης, εμπόριο, μάθηση και στρατιωτική δύναμη των Τραπεζουντίων->

ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ. Παρατηρήσεις σχετικά με την εδαφική κατάσταση, τους κατοίκους, τον πολιτισμό και τις εκκλησιαστικές συνθήκες της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας.

Κεφάλαιο 3.1. Οι επαρχίες και η πρωτεύουσα

Για να τεκμηριωθεί περαιτέρω η προηγούμενη πολιτική ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, είναι απαραίτητο να σκιαγραφηθεί συνοπτικά η φύση της χώρας και τα χαρακτηριστικά των φυλών που την κατοικούσαν, καθώς και τα έθιμα και οι παραδόσεις τους, ώστε οι αναγνώστες να μην αναγκάζονται, όπως το έθεσε ο Προκόπιος, να ασχολούνται με τα γεγονότα μιας σκοτεινής και άγνωστης γης σαν να πολεμούν με σκιές. Η μεγαλύτερη εγγύηση για τη μακροβιότητα της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών βρισκόταν στα φυσικά όρια των εδαφών της. Στη βόρεια πλευρά, βαθιά, θυελλώδης και άγνωστη θάλασσα την προστάτευε από την επίθεση των Σκυθών. Σε όλες τις άλλες πλευρές, απόκρημνες και δυσπρόσιτες οροσειρές, τις οποίες διαπερνούσαν στενά και βαθιά φαράγγια, τη χώριζαν από τους γειτονικούς λαούς της Ασίας. Στα ανατολικά της αρχαίας πόλης Τραπεζούντας, γύρω από τις πηγές των ποταμών Αράξη, Κουρ και Tσορούχ, υψώνεται οροσειρά —«το λίκνο πολλών ποταμών που ρέουν προς όλες τις κατευθύνσεις»— που ονομάζεται από τους αρχαίους και τους σύγχρονους Μοσχικά Όρη.1 Στα βόρεια, αυτά τα βουνά συνορεύουν με αντίθετο βραχίονα του Καυκάσου και την πύλη από τη Γεωργία στην Κολχίδα. Στα αριστερά, εκτείνονται μεταξύ Τραπεζούντας και Αρμενίας στη δυτική Ανατολία, και μέσω αυτού του ευτυχούς σχηματισμού, εξέτρεψαν τις μεταναστεύσεις των λαών μακριά από τη λεκάνη της Τραπεζούντας που βρίσκεται πίσω τους. Αυτή η οροσειρά είναι πλατιά και χωρίζεται σε διάφορους κλάδους στα σύνορα της παλιάς Μικρής Αρμενίας, από τους οποίους ο βόρειος, που ονομαζόταν Παρυάδρης στην αρχαιότητα, γεμίζει όλη τη γη μέχρι τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας κοντά στο Ιασόνιο ακρωτήριο. Ένας δεύτερος κλάδος διατρέχει νοτιοδυτικά την περιοχή της Νέας Μεσοποταμίας μέχρι να συναντήσει τον Αντίταυρο στα σύνορα της αρχαίας Καπποδοκίας. Το όνομά του είναι άλλοτε Σκυδίσκος, άλλοτε Σκυδίσης. Οι κάτοικοι των άνω περιοχών αυτών των βουνών ήσαν άγρια, άτακτη φυλή, γεμάτη θάρρος και αίσθημα ελευθερίας. Ανάμεσά τους, οι πιο διάσημη και άγρια από όλες, ήταν η Λαζική φυλή Τζάνοι στις Άλπεις και τις ψηλές κοιλάδες του Παρυάδρη, νοτιοανατολικά περίπου της πόλης της Τραπεζούντας.2 Η αφιλόξενη πατρίδα τους και τα άγρια έθιμά τους, που εξακολουθούν να είναι ακριβώς όπως ήσαν την εποχή του Ιουστινιανού και των Μεγάλων Κομνηνών, μας περιγράφονται από τον Προκόπιο στα βιβλία του για τα Οικοδομήματα του προαναφερθέντος Ιουστινιανού· και ο Chardin μαρτυρεί ότι ούτε η φύση της χώρας ούτε αυτή των κατοίκων έχει αλλάξει αισθητά από τότε. «Αδιάβατα βουνά», γράφει ο Προκόπιος, «αιώνιες ερημιές, αδιαπέραστες δασικές κοιλάδες και στενά φαράγγια χωρίζουν τους Τζάνους από τη θάλασσα της Τραπεζούντας. Απομονωμένοι από τους άλλους ανθρώπους, ζουν «ανάμεσα σε πανύψηλους, ομιχλώδεις βράχους καλυμμένους με αιώνιο χιόνι, σαν άγρια θηρία σε δασωμένα ψηλά βουνά, ασχολούμενοι με ληστείες και αρπαγές, χωρίς γεωργία ή καλλιέργεια φρούτων, επειδή η τραχιά γη τους δεν μπορεί να σπάσει με κανένα άροτρο, και τα δέντρα στην Τζανική γη δεν καρποφορούν, ούτε οι πλούσιοι βοσκότοποι ανθίζουν κάτω από το αιώνιο χειμερινό κλίμα κοντά σε άφθαρτα χιονοστρώματα».

Κανένας κατακτητής από τον αρχαίο ασιατικό κόσμο δεν ένιωσε ποτέ τον πειρασμό να υποτάξει τη θλιβερή πατρίδα αυτού του βάρβαρου λαού. Και έζησαν σε αδιαμφισβήτητη ελευθερία μέχρι που ο Ιουστινιανός, του οποίου η απληστία εξερεύνησε τις πιο κρυφές γωνιές της γης, αποφάσισε να κυβερνήσει και να επιβάλει φόρους και σε αυτή την ερημιά. Μάλιστα ο Ηρόδοτος κατατάσσει τους κατοίκους των προαναφερθεισών οροσειρών μεταξύ των άλλων λαών που πλήρωναν ετήσιο φόρο στον Δαρείο Υστάσπη·3 αλλά αυτό είναι μάταιο καύχημα της αυλής των Σούσων, η οποία δεν μπόρεσε να πείσει ούτε καν τους Ουξίους, ορεινό λαό μεταξύ Περσίδος και Σουσιανής, να επιτρέψουν στον Μεγάλο Βασιλέα να περάσει από τα στενά περάσματα χωρίς να πληρώσει τα διόδια.4

Ο Ιουστινιανός έστειλε τον Σίττα, τον στρατηγό του, εναντίον των Τζάνων, ο οποίος τους νίκησε, τους υποχρέωσε σε ρωμαϊκή στρατιωτική θητεία και προσπάθησε να εισαγάγει έναν ηπιότερο πολιτισμό ανάμεσά τους μέσω του Χριστιανισμού. Για να εξασφαλίσει αυτήν την περιοχή ως σύνορο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς προηγουμένως ήταν απρόσιτη στους Ρωμαίους λόγω των απότομων πλαγιών και των φαραγγιών της, ο Ιουστινιανός διέταξε την αποψίλωση των δασών, την κατασκευή ορεινών δρόμων στις πιο βολικές τοποθεσίες και την ασφάλιση των ορεινών περασμάτων που οδηγούσαν στην Ιβηρία και την Περσική Αρμενία με φρούρια και φρουρές. Χτίστηκαν τo Ορωνών, τo Βαρχών, το Σισιλισών και πολλά άλλα οχυρά. Το Σχαμαλινίχων, όπου η πρώτη εκκλησία, το Κοτζαυτά και το Τζαντζάκων στα εξωτερικά σύνορα, με διοικητή που ονομαζόταν δούξ, εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο Ξενοφών, ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που μίλησε ως αυτόπτης μάρτυρας των κατοίκων αυτών των βουνών, και ύστερα από αυτόν ο Στράβων, κατονομάζουν αρκετούς ανεξάρτητους λαούς σε διάφορα στάδια πολιτισμού, όπως τους Χαλδαίους, τους Τιβαρηνούς, τους Ταόχους και τους Σάννους, που εκτείνονταν μέχρι το δυτικό άκρο στην ακτή του Ευξείνου Πόντου.

Όμως η κυριαρχία των Βυζαντινών αυτοκρατόρων είχε θολώσει τόσο πολύ κάθε απόχρωση των μεμονωμένων φυλών, ασκώντας ίση εξουσία πάνω σε όλες, που οι ιστορικοί της Βυζαντινής περιόδου τις εννοούν όλες με το συλλογικό όνομα Τζάνοι, και τους οικισμούς τους μέχρι το Ιασώνιο Ακρωτήριο με το όνομα Τζανική.5 Την εποχή της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας και της ταυτόχρονης απώλειας των ανατολικών επαρχιών, το όνομα Τζανική έλαβε ακόμη μεγαλύτερη επέκταση προς τα δυτικά, αφού, εκτός από τον Παρυάδρη, συμπεριλήφθηκαν οι νοτιοδυτικοί κλάδοι του Σκυδίση και οι ενδιάμεσες διαμήκεις κοιλάδες και οροσειρές πέρα από την Αμάσεια και τον ποταμό Ίρι μέχρι τον ποταμό Άλυ συμπεριλαμβανόμενο, ενώ το σύνολο ονομάστηκε, με τροποποιημένη ορθογραφία, Τζαπνική, και οι κάτοικοι Τζάπνιδες. Επομένως, ο Otter έχει απόλυτο δίκιο στην αναφορά του για την Ανατολία: η πολύ απότομη και υψηλή οροσειρά Τζανίκ εκτείνεται από την Αμάσεια μέχρι την περιοχή της Τραπεζούντας.6

Στην ορθογραφία Τζαπνική, δεν μπορεί κανείς να μπερδέψει ούτε το παλιό όνομα Σάννοι του Στράβωνα, ούτε εκείνα του Αρριανού, του Προκοπίου και του Αγαθία Θαννική και Tζανική, αφού στα νέα ελληνικά, τα οποία αποδεδειγμένα ομιλούνταν ήδη την εποχή του Ανδρόνικου (γύρω στο 1300) όχι μόνο στις επαρχίες αλλά ακόμη και στην πρωτεύουσα της Ελληνικής Αυτοκρατορίας,7 το Σ σε ξένες λέξεις συνήθως ορίζεται με και το γράμμα Ν με ΠΝ. Επομένως, στα ελληνικά χρονικά του Λαόνικου, του Φραντζή και του Δούκα, υπάρχουν Τζάπνιδες όχι μόνο κοντά στην Τραπεζούντα, αλλά και στην περιοχή γύρω από την Αμάσεια και τη Σαμψούντα και στις όχθες του ποταμού Άλυ.8 Στον Ίρι, όπου βρισκόταν παλαιότερα η Μαγνόπολις, υπήρχε εκείνη την εποχή ένα Τζάπνικον. Ένα άλλο ανατολικότερα στη Νέα Μεσοποταμία, όπου βρισκόταν παλαιότερα η Νικόπολη,9 ενώ ολόκληρη η ορεινή παράκτια λωρίδα και στις δύο όχθες του Άλυ μέχρι τα Τζάπνικα των αρχαίων Βυζαντινών εξακολουθεί να ονομάζεται Τζανίκ-ιλί στους τουρκικούς χάρτες σήμερα, δηλαδή πατρίδα των Τζάπνιδων. Αυτή η παρατήρηση είναι σημαντική για την ιστορία των Μεγάλων Κομνηνών, καθώς διαπιστώνουμε ότι όλες οι επιθέσεις στον κόλπο από την πλευρά της στεριάς περνούσαν από την τραχιά ορεινή περιοχή των Τζάπνιδων.

Οι Τουρκομάνοι από την άνω κοιλάδα του Κουρ και από τον Ευφράτη, και οι Τούρκοι από την Άγκυρα, έπρεπε πρώτα εκεί να πολεμήσουν με τους Τζάπνιδες και στη συνέχεια να πλήξουν την Τραπεζούντα με τις επιθέσεις τους. Με αυτόν τον τρόπο, το όνομα Τζανική και Τζαννοί εξαπλώθηκε από την τραχιά αλπική οροσειρά ανατολικά της Τραπεζούντας κατά μήκος της οροσειράς πέρα από τον Άλυ, και τέλος, με τον γενικό μετασχηματισμό της Μικράς Ασίας και την πλήρη κατάρρευση της ελευθερίας στα βουνά, έφτασε σχεδόν στην ίδια έκταση με την αρχαία λέξη Πόντος. Αυτό αποδεικνύεται όχι μόνο από τους Βυζαντινούς αλλά και από τον Ηaithon, ο οποίος αποκαλεί Genech στην κιλικιο-αρμενική διάλεκτό του την όγδοη επαρχία της Ανατολίας, με πρωτεύουσα την Trapesonda, και προσθέτει ότι αυτή η επαρχία ήταν αυτοκρατορία στην εποχή του, γράφοντας: Octava dicitur Genech, et est ibi Civitas Trapesonda. Et ista sola Provincia a paucis temporibus effecta est regnum κ.λπ.10

Στα Ιβηρικά χρονικά, η γη νότια του Πόντου χωρίζεται στην παράκτια περιοχή και την ορεινή περιοχή. Tην πρώτη ονομάζουν Τrapisoniss alagi, δηλαδή περιοχή της Τραπεζούντας και τη δεύτερη Ischanethi ή Sanethi,11 η οποία αντιστοιχεί πλήρως στο Σάννοι ή Τζανοί των Ελλήνων. Επομένως ο Reineggs κάνει διπλό λάθος όταν αρχικά τοποθετεί τη Τζανική στον Βαθύ και τη Φάσιδα μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Πιθανότατα δεν έλαβε ποτέ υπόψη το απόσπασμα του Προκόπιου, το οποίο είναι καθοριστικό στην προκειμένη περίπτωση.12

Όμως, επειδή λίγα βρίσκονται σε βιβλία για αυτή τη σπάνια αναφερόμενη και άγνωστη Τζανική οροσειρά, θα μπορούσε ίσως κανείς να πιστέψει ότι ο Προκόπιος έδωσε ελεύθερη πρόσβαση στη φαντασία του περιγράφοντάς την και ότι οι εκφράσεις «υψηλά βουνά, αιώνιος χειμώνας, άφθαρτοι θησαυροί» δεν πρέπει να λαμβάνονται με την κυριολεκτική τους έννοια. Αλλά αυτό δεν ισχύει καθόλου. Ο Chardin, ο οποίος κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, επομένως περισσότερο από χίλια χρόνια μετά τον Προκόπιο, διέσχισε μέρος της Τζανικής περιοχής, χρησιμοποιεί περίπου τις ίδιες εκφράσεις στην αφήγησή του. Όπως είναι γνωστό, πέρασε από την αρχαία παραθαλάσσια πόλη Γωνία της Τραπεζούντας, διασχίζοντας τμήμα των Μοσχικών Άλπεων, μέχρι το Αχαλτσίκε στην κοιλάδα του Κύρου [Κουρ]. Ύστερα από έξι ώρες επίπονης ορειβασίας, είχε διανύσει από τους πρόποδες του βουνού απόσταση μόλις μισής ώρας ευθύγραμμου μονοπατιού. Passages difficiles, roides et escarpes: monts affreux, precipices offreuses, que j’en etois epourante: je voyois les images se mouroir en bas sur mes pieds: j’eusse cru etre en l’aire, si je n’eusse senti que la terre me portoit: je croyois dans les deux derniers jours ertre dans les nues et je ne voyois pas vingt pas de moi, είναι όροι που μπορούν να τοποθετηθούν δίπλα σε εκείνους του Προκοπίου ως επιβεβαίωση.13 Η ακρίβεια των βυζαντινών περιγραφών αποδεικνύεται περαιτέρω από τις αναφορές του βοτανολόγου Tournefort, ο οποίος διέσχισε την οροσειρά του Παρυάδρη μεταξύ Τραπεζούντας και Ερζερούμ το καλοκαίρι του 1700 και δημιούργησε πίνακα του οποίου τα χρώματα φαίνεται να έχει δανειστεί εξ ολοκλήρου από τον Προκόπιο. Ψηλά, δασωμένα βουνά λίγες μόλις ώρες νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας· έπειτα άδενδρες, θλιβερές και ξεθωριασμένες αλπικές οροσειρές όπου το χιόνι είτε δεν λιώνει καθόλου, ή τουλάχιστον όχι μέχρι τα τέλη Αυγούστου. Χιονισμένα βουνά, τυλιγμένα σε πυκνή ομίχλη και διαπεραστικό κρύο είναι αυτά που συνάντησε ο πεζοπόρος τις πρώτες πέντε ημέρες ενός δεκατριήμερου ταξιδιού, και αυτό στο πιο άνετο και ευχάριστο μονοπάτι μέσα από τα βουνά, όπου, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, μόνο πεζοί μπορούσαν να περάσουν. Γράφει:

De grandes Montagnes, tout es pelees, et dont la rue est fort desagreable , car on n’y decouvre ni arbre, ni arbrisseaux, mais seulement une mechante pelure brulee par la neige ….. vallees etroites, incultes, sans bois, qui n’inspiroient que de la tristesse ….. le froid etoit si apre et les brouillards si epais, qu’ on ne se voyoit pas a quatre pas les uns des autres.14

Αντίθετα, συγκρίνετε τα ακόλουθα αποσπάσματα στον Προκόπιο:

ἐν ὄρεσι δὲ οὐρανομήκεσί τε καὶ ἀμφιλαφέσι τὸν πάντα αἰῶνα δίαιταν ἔχοντες οἱ Τζανοὶ μὲν γἀρ, τῆς παραλίας ἀπωτάτω ὄντες, προσοικοῦσι τοῖς Ἀρμενίοις ἐν τῇ μεσογαίᾳ, καὶ ὄρη πολλὰ μεταξὺ ἀποκρέμαται λίαν τε ἄβατα καὶ ὅλως κρημνώδη· χώρα τε πολλὴ ἔρημος ἀνθρώπων ἐσαεὶ οὖσα, καὶ χαράδραι ἀνἐκβατοι καὶ λόφοι ὑλώδεις καὶ σήραγγές ἀδιέξοδοι· ….. τραχέα τε ὑπερβαλλόντως καὶ σκληρὰ ὑπεράγαν καὶ καρπῶν ἁπάντων δεινῶς ἄφορα ….. οὐδὲ νῦν μὲν ἡ γῆ τῷ τῆς ὥρας ὑγρῷ τε καὶ ψυχρῷ βάλλεται, νῦν δὲ δὴ αὐτὴν ἡ τοῦ ἡλίου θέρμη ὀνίνησιν, ἀλλὰ χειμῶνί τε ἀπεράντῳ ξυνῴκισται ἡ χώρα καὶ χιόσιν ἀϊδίοις κατάρρυτός ἐστι.

Θα διαπιστώσει κανείς ότι ο Tournefort συμφωνεί με τον Προκόπιο όχι μόνο στα κύρια χαρακτηριστικά της παρουσίασης, αλλά ακόμη και στις λέξεις· με τη μόνη διαφορά ότι η πλαστικότητα στο ελληνικό πρωτότυπο είναι ανέφικτη για τη δυτική πένα.15

Με την ίδια αγριότητα, η συχνά αναφερόμενη οροσειρά εκτείνεται επίσης από τη δεξιά όχθη του Ευφράτη δυτικά μέχρι το Καράχισαρ και τη Νεοκαισάρεια. Όπως περιγράφει ο Morier το πέρασμά του από τον Ευφράτη,

Cette montagne presente une surface apre une chaine haute, couverte de neige (iiu Juni) s’etend; la partie la plus elevee est a l’ouest et se dirige vers le nord. Nous marchames d’abord dans des montagnes incultes. On me dit qu’en hyver la neige y est souvent si profonde qu’elle empeche les voyageurs d’avancer.16

Μόνο σε αυτή την περιοχή ξεκινούν σκούρα κωνοφόρα δάση στις πλαγιές των βουνών και ρομαντικές κοιλάδες, για τις οποίες οι Tournefort και Morier δίνουν ελκυστικές περιγραφές:

La masse des rochers, qui s’elevent sous une infinite de formes bizarres, font irrerocablement penser aux convulsions de la nature, qui les a en quelque sorte entassee en desordre. Au nord on apercoit une grande montagne d’un contour apre …. elle s’unit a une chene de rochers prodigieux, qui se dirigent a l’ouest, et se terminent a la montagne isolee et imposante de Carahissar.17

Ο Otter μιλά επίσης παντού σε αυτές τις περιοχές για τρομερά βουνά στη βόρεια πλευρά, που χωρίζουν την παράκτια περιοχή της Τραπεζούντας από την ενδοχώρα της Aνατολίας. Δεδομένων αυτών των υποθέσεων, όλοι θα καταλάβουν πόσο αληθινά έγραψε ο Halethon:

Quando Turchi occupaverunt dominium regni Turchiae non potuerunt civitatem Trapesondae nec ejus perterintias occupaue propter castra fortissima et alia munimenta.18

Δυτικά του Καράχισαρ, η συχνά αναφερόμενη Τζανική οροσειρά χαμηλώνει και εκτείνεται, ως χείλος καλυμμένο με σκούρα δάση, σε άνισες αποστάσεις μέσα από την Ανατολία μέχρι τον Σαγγάριο, του οποίου οι όχθες σχημάτιζαν το εξώτατο δυτικό σύνορο της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών κατά την ακμή της. Πέρα από αυτόν, συνδέεται με τα βουνά της Νικαίας, των οποίων τα υψηλά δάση προμήθευαν τα ναυπηγεία στην Προποντίδα με ξυλεία και ονομάζονταν ήδη «Ωκεανός Δέντρων» από τους Ανατολίτες εκείνη την εποχή. Για εκείνο το δάσος ο Beauchamp λέει: Cest une foret presque continuelle de Trebizonde a Constantinople· και ο Νικήτας αποκαλεί «κοιλάδα της Παφλαγονίας», τὴν συναγγείαν τῆς Παφλαγονίας, ένα μέρος της έκτασης γης που βρίσκεται ανάμεσα σε αυτό και τη θάλασσα. Αυτό το διαχωριστικό τείχος που περιγράφηκε, μήκους τουλάχιστον 300 μιλίων από τον Φάσι μέχρι τον Σαγγάριο, χώριζε την ακτογραμμή της Τραπεζούντας από τις νότιες χώρες της Αρμενίας και της Ανατολίας. Η απόστασή του από την ακτή της Μαύρης Θάλασσας ποικίλλει: είναι μεγαλύτερη μεταξύ Τραπεζούντας και Ερζερούμ, αλλά μειώνεται όσο η απόσταση μετακινείται δυτικά από την τελευταία πόλη, έτσι ώστε από την Οίναιον, τη σημερινή Ούνιε, μέχρι τον Θερμώδοντα, απέχει μόνο τρία έως τέσσερα μίλια κατά τον Beauchamp, χωρίς να υπολογίζεται το πλάτος της.19 Πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν υψώνεται απότομα σαν διαχωριστικό τείχος στη μέση πεδιάδας, αλλά μάλλον σχηματίζει αρκετά ενδιάμεσα σκαλοπάτια, πρόποδες και αναβαθμίδες, οι οποίες δυτικά της πρωτεύουσας συχνά εκτείνονται μέχρι την ακτή σχηματίζοντας κοιλάδες αξιοθαύμαστης ευχαρίστησης, κάτι που δεν ισχύει απόλυτα στη νότια πλευρά. Η κατάβαση στο άδενδρο οροπέδιο της Αρμενίας προς το Ερζερούμ είναι γρήγορη, χωρίς σταδιακή καθίζηση. Όμως, καθώς διασχίζει κανείς τον Ευφράτη στη νότια στροφή του και συνεχίζει μέσω του περάσματος Μαμαχατούν προς Νεοκαισάρεια, ξεκινούν ρομαντικές αλπικές περιοχές, χαμηλές οροσειρές, γοητευτικές κοιλάδες με τα πιο όμορφα δάση, γκρεμούς, λιβάδια και τις πηγές αρκετών παράκτιων ποταμών που έχουν ανοίξει τον δρόμο τους προς τον Πόντο μέσα από τον λαβύρινθο των βράχων.20 Σε αυτές τις κοιλάδες, γεμάτες κάστρα και οχυρωμένους απότομους δρόμους, βρίσκονται οι πόλεις Σαντάκ (Σάταλα), Τάξαρα (Κολώνεια), Νικσάρ (Νεοκαισάρεια) και πολλές άλλες, οι οποίες αναφέρονται τόσο συχνά στις ιστορίες των σουλτάνων του Ικονίου. Εδώ βρίσκονταν εκείνοι οι Τουρκομάνοι εμίρηδες που, ευνοούμενοι από την τοποθεσία τους, μπόρεσαν να διεκδικήσουν την ελευθερία τους ακόμη και ενάντια στην ανώτερη δύναμη του Αρσλάν Γ΄. Εδώ ζούσε ο σουλτάνος της Κολώνειας, γείτονας του ηγεμόνα της Τραπεζούντας, ο οποίος προστάτευσε τον φυγάδα Ανδρόνικο [Α’] Κομνηνό από την καταδίωξη του Μανουήλ [Α’ Κομνηνού] σε σχεδόν απόρθητο ορεινό κάστρο. Τέλος σε αυτές και στις γειτονικές ορεινές περιοχές βρισκόταν το θέατρο των στρατιωτικών κατορθωμάτων του Αλεξίου Α΄, αυτοκράτορα της Ανατολίας, εναντίον των Σκυθών. Και σε μία από αυτές τις κοιλάδες έλαβε χώρα η μεγάλη μάχη των Τατάρων γύρω στο 1244, μέσω της οποίας ανατράπηκε ο θρόνος του Ικονίου και ο Μέγας Κομνηνός απελευθερώθηκε από τους ισχυρότερους εχθρούς του.

Ο Morier σημειώνει ιδιαίτερα στην αναφορά του ότι βορειοανατολικό πλευρικό πέρασμα οδηγεί από τα αρχαία Σάταλα (Σαντάκ) στην κοιλάδα της Παϊπέρτ (Μπαϊμπούρτ) και από εκεί στην Τραπεζούντα. Η απόσταση σε ευθεία γραμμή μπορεί να είναι εικοσιδύο ώρες από την ονομαζόμενη τοποθεσία, από τις οποίες δώδεκα υπολογίζονται μέχρι την πόλη Khonah, και δέκα από εκεί μέχρι την Τραπεζούντα.21 Δεδομένου ότι η πόλη Khonah ή Chonak κατά τον Tournefort δεν ανήκε ποτέ στους Μεγάλους Κομνηνούς, ή τουλάχιστον χάθηκε στην ειρήνη με τον Αλαντίν Καϊκομπάντ, η επικράτειά τους σε αυτή την πλευρά, αν οι αναφορές είναι αυθεντικές, δεν θα μπορούσε να έχει πλάτος μεγαλύτερο από δέκα ώρες σε άμεση γραμμή από τη θάλασσα. Απόσταση που γίνεται ακόμη μικρότερη δυτικότερα, αφού δίνονται μόνο δώδεκα ώρες ταξιδιού από τα δάση ακακίας του Κογιουλχισάρ μέχρι την ακτή της θάλασσας,22 από τις οποίες ένα μέρος σε αυτή την πλευρά της συνοριακής γραμμής πρέπει να θεωρείται ότι ανήκει στην τουρκμενική επικράτεια. Στο μεταξύ είναι εντυπωσιακό ότι οι παλαιότερες πληροφορίες, τις οποίες μας παρέχει ο Πευτιγγεριανός Πίνακας, εκτιμούν την απόσταση από τα Σάταλα στην Τραπεζούντα σε 124 μίλια ή 25 γεωγραφικά μίλια. Ο Πτολεμαίος την ανάγει σε 16 και ο πιο πρόσφατος συγγραφέας, ο Tournefort, σε 11 γεωγραφικά μίλια.23 Το γεγονός ότι ο δρόμος από την Άνω Αρμενία προς τη Μικρά Ασία εκτεινόταν τόσο πολύ βορειότερα σε μεταγενέστερες εποχές είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα ήταν αντίθετο με όλες τις αρχές σταθερότητας της Ανατολής σε τέτοια θέματα. Οι χάρτες της Ανατολίας των D’Anville και Mentelle σίγουρα συμφωνούν περισσότερο με τις δηλώσεις των αρχαίων. Αλλά τώρα είναι αποδεδειγμένο ότι αυτοί οι γεωγράφοι θεωρούν ότι ο Εύξεινος Πόντος κοντά στην Κερασούντα σχηματίζει πολύ βαθύ κόλπο στα νότια, γεγονός που δίνει στην πόλη της Τραπεζούντας πολύ πιο βόρεια κατεύθυνση, ενώ αναγκάζει την οροσειρά να εκτείνεται πολύ νότια.

Από την άλλη πλευρά, η απόσταση από την Τραπεζούντα στο Ερζερούμ είναι πέντε ή έξι ημέρες ταξιδιού με την πιο άμεση διαδρομή. Όμως αυτή η διαδρομή είναι επίπονη, συνεχής ανάβαση μέσα από απότομα μονοπάτια, βουνοπλαγιές, ερήμους και δάση. Ακολουθώντας άλλες, πιο βολικές διαδρομές μέσα από κοιλάδες πιο ανατολικών πλευρών, ο Τουρνεφόρ, με μεγάλη παράκαμψη, έφτασε στην προαναφερθείσα πόλη στην Αρμενία μέσα σε δεκατρείς ημέρες. “Nous ne primes pas la route la plus courte”, είπε, “pour aller d Erzeron, le Pacha roulut suivre la plus commode”.24 Την έκτη ημέρα, αφού διέσχισαν πολλές οροσειρές, έφτασαν στην όμορφη δασώδη κοιλάδα του Γκρέζι, η οποία, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, ήταν μόνο μια ημέρα ταξιδιού σε ευθεία γραμμή από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Τις επόμενες πέντε ημέρες ταξίδεψαν μέσα από άνυδρες, έρημες αλπικές κοιλάδες προς τη Μπαϊμπούρτ (Παϊπέρ στους Βυζαντινούς), μικρό φρούριο χτισμένο πάνω σε βράχο σε όμορφη πεδιάδα κοιλάδας. Τη δέκατη τρίτη ημέρα διέσχισαν τελικά αρκετά ψηλή οροσειρά με κωνοφόρα δάση και εισήλθαν στην Αρμενία. Ο Tournefort είχε απλώς ακολουθήσει τον συνήθη τουρκικό δρόμο από την Κολχίδα προς την Αρμενία, γιατί ο Χατζή Χαλίφα σημειώνει ρητά ότι ο αυτοκρατορικός στρατιωτικός δρόμος από την Τραπεζούντα προς τη Μπαϊμπούρτ ακολουθούσε την ίδια κατεύθυνση. Όπως ο Tournefort, ο προαναφερθείς γεωγράφος λέει επίσης: Δύο παρασάγγες νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας βρίσκονται οι πρώτοι αναβαθμιδωτοί λόφοι υψηλής δασωμένης οροσειράς, την οποία οι Τούρκοι ονομάζουν όρος Χος-Ογλάν. Οι ντόπιοι όμως την αποκαλούν Αγάτς-Μπασι (Κεφάλι του Δάσους).25 Δυτικότερα, μικρότερος δρόμος οδηγεί από την Τραπεζούντα στο Ερζερούμ μέσα από τη δασωμένη οροσειρά. Σύμφωνα με τον Benneil, διανύει κανείς επτά γεωγραφικά μίλια (;) μέχρι τους βορειότερους πρόποδες των παράκτιων βουνών, από όπου, στην Αρούσγα (;), ξεκινά η ανάβαση στα υψώματα. Ταξίδι τεσσάρων ημερών από την Τραπεζούντα οδηγεί σε κάστρο που οι Τούρκοι αποκαλούν Τεκκέ και από εκεί, μέσα από ερήμους και σκοτεινά κωνοφόρα δάση, στην ευχάριστη κοιλάδα της Μπαϊμπούρτ.26 Αυτή η κοιλάδα ήταν πλούσια σε νερά και χωριζόταν από την Αρμενία από ψηλό βουνό. Σύμφωνα με τον Τούρκο γεωγράφο, το ταξίδι διαρκεί τρεις ημέρες και, όπως λέει ο Ritter, σχηματίζει τη βόρεια διαμήκη κοιλάδα, το ενδιάμεσο σκαλοπάτι μεταξύ της πεδιάδας της Αρμενίας και της ακτής. Την εποχή της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας αυτός ήταν ένας από τους συνήθεις δρόμους με τους οποίους οι Μινορίτες μοναχοί και ιεροκήρυκες, καθώς και οι Ενετοί πρέσβεις, διείσδυαν στα ανατολικά βασίλεια. Ο Μπάρμπαρο γράφει:

Partendo da Trabisonda per andare a Tauris, caminando per scirocco si trovano molte ville et castellucci, vassi eziandio per monti et per boschi dishabitati. Il primo luogo notabile, che si trova, e un castello in piano in una valle d’ogni intorno circondato di monti, nominato Paiburtho, castel forte e murato di territorio molto fruttifero.27

Μεταξύ της Τραπεζούντας και του κάστρου Μπαϊμπούρτ ο ταξιδιώτης δεν βρήκε πόλη αλλά μάλλον πολλά χωριά, οικισμούς και κάστρα, βουνά και ακατοίκητες δασικές περιοχές, όπως ακριβώς περιγράφει ο Ξενοφών τη διαδρομή από το ιερό όρος Θήχης προς την ακτή.

Διαφορετική από όλους τους αλπικούς δρόμους που μόλις αναφέρθηκαν ήταν η διαδρομή που ακολούθησε ο Καστιλιανός απεσταλμένος Ρούι Γκονζάλες Κλαβίχο το 1404, για να φτάσει στη Σαμαρκάνδη από την Τραπεζούντα μέσω Αρμενίας και Περσίας. Όχι στο Ερζερούμ όπως ο Tournefort, αλλά στην Άρσινγκα [Έρζιντζαν] στα δυτικά, αναδύθηκε μέσα σε επτά ημέρες από τα φαράγγια των βουνών της Τραπεζούντας στις πεδιάδες της Άνω Αρμενίας. Ταξιδεύοντας μέσα από καλοποτιζόμενη και άριστα καλλιεργημένη ορεινή περιοχή, οι ταξιδιώτες έφτασαν σε ορεινό ρέμα, κοντά στο οποίο μια ερειπωμένη εκκλησία (iglesia yerma) χρησίμευσε ως το πρώτο τους κατάλυμα για διανυκτέρευση. Την επόμενη μέρα ταξίδεψαν μέσα από όμορφα, καλυμμένα με φυλλοβόλα δένδρα βουνά προς την Παλαιοματζούκα, αυτοκρατορικό κάστρο χτισμένο σε απόκρημνους βράχους και προσβάσιμο μόνο από σκάλα λαξευμένη στον βράχο. Την τρίτη μέρα περπάτησαν μέσα από τα ψηλά, χιονισμένα βουνά της επαρχίας Χαλδίας προς το φρούριο Τζάνιχα, το οποίο επίσης βρισκόταν σε βραχώδη κορυφή και μπορούσε να μπει κανείς μόνο από ξύλινη γέφυρα που οδηγούσε πάνω από βαθύ φαράγγι στην πύλη. Το βράδυ της επόμενης ημέρας έφτασαν σε στενό πέρασμα όπου ο δρόμος ελισσόταν ανάμεσα σε ορεινό ρέμα και απότομη, έρημη κορυφογραμμή βράχων, τόσο στενή που δύο άνθρωποι δεν μπορούσαν να περπατήσουν δίπλα-δίπλα. Ένα κάστρο, χτισμένο σε προεξέχοντα γκρεμό πάνω από τον δρόμο μπορούσε, με μικρή φρουρά, να εμποδίζει τη διέλευση πολυάριθμων στρατών. Τα διερχόμενα καραβάνια έπρεπε να πληρώνουν διόδια εδώ και, επιπλέον, να γλυτώνουν από τη λεηλασία κάνοντας γενναιόδωρα δώρα στους κατοίκους του βραχώδους φρουρίου και στον ηγεμόνα τους, τον δούκα της Χαλδίας από τον Οίκο των Καβαζιτών. Περίπου τρεις ώρες αργότερα ένας μοναχικός πύργος δέσποζε στον δρόμο που εξακολουθούσε να ελίσσεται κατά μήκος των βράχων, μέσω του οποίου, προς το βράδυ, έφτασαν στο όμορφο και, όπως το είδαν οι απεσταλμένοι, νεόκτιστο κάστρο Δορύλη. Όπως και τα προηγούμενα, έτσι και αυτό βρισκόταν σε ψηλό βράχο κοντά στον δρόμο και ήταν τότε η κατοικία και, ας πούμε, το αρχηγείο του ηγεμόνα των Καβαζιτών εναντίον των γειτονικών περιοχών των μωαμεθανών.

Από εδώ η διαδρομή συνέχιζε μέσα από λαβύρινθους από βράχους και στενά περάσματα, περνώντας από άλλο φρούριο Καβαζιτών σε κοιλάδα όπου ήσαν σταθμευμένοι οι πρώτοι Τουρκομάνοι φρουροί. Από αυτή την κοιλάδα μέχρι την Άρσινγκα [Έρζιντζαν], μεγάλη αρμενική πόλη που βρισκόταν στην έξοδο των φαραγγιών, υπήρχαν δύο ακόμη σύντομες ημέρες ταξιδιού. Έτσι η κυριαρχία των Τραπεζουντίων χριστιανών από αυτή την πλευρά, ακόμη και στις τελευταίες ημέρες της αυτοκρατορίας τους, όπως ήδη αναφέρθηκε, περιλάμβανε πέντε ημέρες ταξιδιού με καραβάνι. Το αν η κοιλάδα και το κάστρο της Μπαϊμπούρτ ανήκαν αρχικά στην Τραπεζούντα δεν είναι αδικαιολόγητο να αμφισβητηθεί, αν λάβει κανείς υπόψη μόνο τον αρμενικό ήχο της λέξης. Όμως, αν λάβει κανείς υπόψη την εκκλησιαστική διαίρεση της ορεινής περιοχής της Τραπεζούντας, πρέπει να δηλώσει ότι η αντίθετη άποψη είναι η πιο πιθανή, αφού ο επίσκοπος της εν λόγω περιοχής δεν υπαγόταν στον πολύ πιο κοντινό Έλληνα επίσκοπο του Ερζερούμ, αλλά στον μητροπολίτη Τραπεζούντας, ενώ στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία η εκκλησιαστική διαίρεση των εδαφών ακολουθούσε πάντοτε την πολιτική.28

Παρεμπιπτόντως, αυτή την όμορφη κοιλάδα την κατέλαβαν οι Τουρκομάνοι από τους χριστιανούς πολύ πριν από την ίδρυση της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών. Τα πλούσια βοσκοτόπια της προσέλκυσαν τους νομάδες. Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, ο γενναίος Θεόδωρος Γαβράς την ανέκτησε από τους μουσουλμάνους, αλλά στα μέσα του 13ου αιώνα ο Ενετός Μάρκο Πόλο τη βρήκε ξανά να ανήκει στην επικράτεια Αρμενίων εμίρηδων, στους οποίους πιθανότατα είχε περιέλθει κατά τη διάρκεια της σύγχυσης που επικράτησε μετά τον θάνατο του Μανουήλ του Πολεμικού στην Τραπεζούντα γύρω στο 1263.

Εκτός από τις τοποθεσίες που έχουν ήδη αναφερθεί ονομαστικά στο εσωτερικό των βουνών της Τραπεζούντας, το Χρονικό τού Παλατιού αναφέρει επίσης τα κάστρα Τζάτζιντζα, Τζάμπα, Δωράν (Δορύλη;), Κάμαχα, Παλαιοματζούκα, Δικαίσιμον, Λαραχανή, Χασδένιχα, Γόλαχα, Πέτρωμα και Κοτζαυτά, που όλα βρίσκονται στις δασικές περιοχές Τζάνιχα, Χερίανα, Σορώγαινα, Χαλδία, Χαλυβία, Τρικωμία και Δρύωνα. Επιπλέον, υπάρχουν δώδεκα περίπου άγνωστα, εν μέρει βαρβαρικά ονόματα, τα οποία απαριθμούνται στην εκκλησιαστική ιστορία της Ανατολής, καθώς και πολλές έδρες επισκόπων της Τραπεζούντας, όπως Chamuzur, Sakab, Chabtzitzon, Chabtziertz, Tulnuton, Serinatzon και Zarimach. Κανένας χάρτης, κανένας γεωγράφος δεν μπορεί να μιλήσει για αυτά τα μέρη ή να προσδιορίσει την τοποθεσία τους.

Από την άλλη πλευρά η νότια ακτή, από τη Μινγκρελία μέχρι τον Σαγγάριο στη Βιθυνία, είναι πλήρως και με ακρίβεια γνωστή. Ο Στράβων, ο Πτολεμαίος, ο Πλίνιος, ο Αρριανός και ο Προκόπιος την έχουν περιγράψει, καθορίζοντας μέσω επίπονης έρευνας τη θέση των ποταμών, των κόλπων και των μεμονωμένων χωριών, με ακριβείς ενδείξεις των μεταξύ τους αποστάσεων. Οι Mannert, Tournefort και Claproth έχουν επιχειρήσει κατά καιρούς ερμηνείες και βελτιώσεις. Και τέλος, ο Beauchamp, στις ημέρες μας, έχει διεξαγάγει την πιο ακριβή αστρονομική έρευνα πάνω σε αυτήν. Κατά τη μακρά περίοδο μεταξύ του Προκόπιου και των πιο πρόσφατων ανακαλύψεων, κανείς δεν ασχολήθηκε με αυτή την απομακρυσμένη γωνιά της γης. Οι Βυζαντινοί ήσαν ικανοποιημένοι με αυτά που γνώριζαν και με αυτά που μπορούσαν να δουν με τα ίδια τους τα μάτια κάθε μέρα μέσω της ναυτιλίας στον Πόντο. Οι έμποροι της Γένουας και της Βενετίας και οι Μινορίτες μοναχοί που επισκέπτονταν συχνά αυτές τις ακτές κατά τον Μεσαίωνα, σκέφτονταν υπερβολικά το επίγειο ή το ουράνιο κέρδος και, εν μέρει, δεν είχαν τις γνώσεις για να αναλάβουν έρευνες αυτού του είδους.

Δεν γνωρίζουμε αν η τοπική γεωγραφία και εθνολογία μελετούνταν στην Τραπεζούντα κατά την εποχή των Μεγάλων Κομνηνών, επειδή, εκτός από μερικές δογματικές πολεμικές για την ιστορία της εποχής, έχουν περιέλθει σε γνώση μας μόνο το συχνά αναφερόμενο Χρονικό του Παλατιού του Μιχαήλ Πανάρετου και τα γραπτά του καρδινάλιου Βησσαρίωνος. Παρά ταύτα, ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές τους έχουν κατηγορήσει ότι διαφθείρουν το κείμενο του Πτολεμαίου μέσω λανθασμένων διορθώσεων και ότι το θέτουν σε αντίθεση με τον Αρριανό· αν είναι σωστό ή λάθος, δεν μπορούμε να κρίνουμε.

Aπό τα προαναφερθέντα έργα, θεωρούμε περιττό να συμπεριλάβουμε εδώ τον κατάλογο των παράκτιων ποταμών, κόλπων και πόλεων κατά μήκος των ακτών της Μαύρης Θάλασσας, από τους πρόποδες του Καυκάσου μέχρι τον ποταμό Σαγγάριο, το δυτικότερο μεθοριακό σημείο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Θα δοθεί μόνο μια πιο λεπτομερής περιγραφή της πρωτεύουσας και των περιχώρων της, ως τα σημαντικότερα μέρη της μοναρχίας, και θα αναφερθούν λίγα για την Κερασούντα και τη Σινώπη, επειδή έχουμε στη διάθεσή μας υλικό που ήταν σε μεγάλο βαθμό άγνωστο μέχρι τώρα. Οι καταιγίδες που διήρκεσαν περισσότερο από χίλια χρόνια και σάρωσαν αυτές τις ακτές από την εποχή της περιγραφής του Αρριανού μέχρι τους Μεγάλους Κομνηνούς, έχουν προκαλέσει μεγάλες αναταραχές σε ανθρώπους και οικισμούς. Σημαντικά μέρη, που εξακολουθούν να καταγράφονται στα Δρομολόγια (Itineraria) των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, είχαν εξαφανιστεί μέχρι τότε, όπως, μεταξύ άλλων, η μεγαλοπρεπής Άψαρος στα εξωτερικά σύνορα της αυτοκρατορίας, όχι μακριά από τις εκβολές του ποταμού Φάσι. Άλλα όμως ξεπήδησαν μέσα στην παραταξιακή αναταραχή της κυριαρχίας των Μεγάλων Κομνηνών, όπου οι μεγάλοι έχτιζαν ισχυρά κάστρα πάνω σε βράχους και δασικούς γκρεμούς, σε απόκρημνες ακτές και σε δυσπρόσιτες βαλτώδεις περιοχές, προκειμένου να διεκδικήσουν αδιαμφισβήτητα το μερίδιό τους στην κυριαρχία της χώρας. Με αυτόν τον τρόπο χτίστηκαν ο Μελιάρης και τα Λιμνία, όπως και το φρούριο Μεσοχάλδιον των Καβαζιτών, καθώς και τα αυτοκρατορικά κάστρα Παρχάρις, Λεοντόκαστρον και Κεγχρινά, εν μέρει εντελώς νέα, εν μέρει διακοσμημένα και στολισμένα με νέα ονόματα, που δεν υπάρχουν πουθενά σε παλαιότερους καταλόγους. Ο Πτολεμαίος αναφέρει πόλη που ονομάζεται ξυλινή πόλις, η οποία, σύμφωνα με την παρατήρηση του Mannert στον Σκύλακα, δίνεται ως λίμνη πόλις, βαλτώδης πόλη, στην οποία δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει μεγάλη ομοιότητα με τα Λιμνία των Βυζαντινών και των Τραπεζουντίων. Όμως η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η τελευταία ονομασία Λιμνία απέχει μόνο διακόσια στάδια, δηλαδή 10 περίπου ώρες, από την πρωτεύουσα, ενώ η απόσταση από τη Λίμνη, σύμφωνα με την κλίμακα του Αρριανού, είναι πάνω από 40 ώρες. Η πόλη Λιμνία πρέπει να ήταν πολύ οχυρωμένη, επειδή αμύνθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα ενάντια στην νικηφόρα αυλική παράταξη, ενώ ο Μιχαήλ Μέγας Κομνηνός πρέπει να τη χρησιμοποιούσε ως τόπο αποθήκευσης.

Ο Μελιάρης (ἡ τοῦ Μελιάρη τοποθεσία) δεν αναφέρεται σε κανένα γεωγραφικό έργο. Σύμφωνα με τον Λαόνικο βρισκόταν δυτικά της Κορδύλης, όχι μακριά από στενό φαράγγι που ονομάζεται Καπάνιον, κοντά στη θάλασσα, επειδή ο στόλος της Τραπεζούντας έπρεπε να υποστηρίξει τον χερσαίο στρατό στην επίθεσή του στον Μελιάρη που βρισκόταν υπό την κατοχή του εχθρού. Οι πόλεις και τα κάστρα του Αγίου Ανδρέα, του Αγίου Νικία, του Αγίου Φωκά δυτικά της πρωτεύουσας, καθώς και ο Σθλαβοπιάστης, ο Μακρός Αιγιαλός και η Γωνία στα ανατολικά της, χτίστηκαν επίσης ή τουλάχιστον μεταμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής βασιλείας.

Στην Κερασούντα, τη δεύτερη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας μετά την απώλεια της Σινώπης, χτίστηκε κάστρο σε απότομο βραχώδη λόφο για να προστατεύει την πόλη και την γύρω ύπαιθρο. Η πόλη βρισκόταν αμφιθεατρικά γύρω από τους πρόποδες του λόφου του κάστρου και είχε μεγάλο κυκλικό τείχος. Αυτή η περιοχή περιλάμβανε επίσης μεγάλο αριθμό κήπων και οπωρώνων.29 Η ίδια η Σινώπη, σε στενή λωρίδα γης που συνέδεε επίμηκες νησί πίσω της με την ήπειρο της Ανατολίας, ήταν δύσκολο να προσεγγιστεί και από στεριά και από θάλασσα. Λόγω του πλούτου των κατοίκων της και των μεγαλοπρεπών δημόσιων κτιρίων της, ήταν, μετά την Τραπεζούντα, η μεγαλύτερη και πιο μεγαλοπρεπής πόλη της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών. Σύμφωνα με την περιγραφή του Λαόνικου, η Σινώπη και το νησί, διάσπαρτα με κήπους και δάση αναψυχής, πρέπει να ήσαν από τους ωραιότερους και πλουσιότερους τόπους διαμονής σε ολόκληρη τη νότια ακτή του Ευξείνου Πόντου. Ο Αχμέτ Ιμπν Αραμπσάχ, βιογράφος του Τιμούρ, μαγεύτηκε από την ομορφιά της και γράφει με τον δικό του τρόπο:

Η ομορφιά της πόλης Σινούμπ, που συνήθως ονομάζεται το Κόσμημα των Εραστών, έχει γίνει παροιμιώδης σε όλο τον κόσμο. Η πρόσβαση σε αυτήν είναι καλά φρουρούμενη και το βουνό στο νησί είναι πιο όμορφο από τα πρόσωπα των κοριτσιών στον Παράδεισο, η γλώσσα της γης πιο λεπτή από τον πιο λεπτεπίλεπτο μηρό.30

Το μήκος αυτού του νησιού, σύμφωνα με τον Λαόνικο, είναι είκοσι στάδια ή περίπου μία ώρα· όμως η περίμετρός του, σύμφωνα με τον Tournefort, είναι έξι τουρκικά μίλια ή περίπου τρεις ώρες σύμφωνα με τον Beauchamp, ο οποίος την επισκέφθηκε πρόσφατα.31 Η πόλη περιβαλλόταν από ισχυρά τείχη και χαρακώματα και διέθετε πάνω από 10.000 ένοπλους άνδρες. Ο Tournefort βρήκε ακόμη τα ερείπια των οχυρώσεων που είχαν αναστηλωθεί από τους αυτοκράτορες της Τραπεζούντας. Από την πλευρά της στεριάς λόφοι βρίσκονταν ψηλότερα, αλλά στη θάλασσα η πολιορκία της ήταν δυνατή μόνο με δύο στόλους.

Εκτός από αυτά τα πολυάριθμα κτίρια και βελτιώσεις, η σημερινή Gonieh, που ονομάζεται Γωνία στο Χρονικό του Παλατιού και «Ghunieh» από τους σημερινούς ηγεμόνες, φαίνεται επίσης ότι ιδρύθηκε από τους Μεγάλους Κομνηνούς ή από έναν από τους άρχοντες, εκτός αν ίσως το όνομα προέρχεται από το Kαινή, το οποίο η Notitia Imperii προσδιορίζει ως Kαινή Παρεμβολή, δηλαδή Castrum novum, ως έδρα της πρώτης Λεπιδιανής κοόρτης.32 Και αυτή η τελευταία υπόθεση υποστηρίζεται στην πραγματικότητα από μια παραλλαγή στην τουρκική προφορά του Ghunieh, η οποία, σύμφωνα με τον Klaproth, είναι επίσης Khoine, και είναι απολύτως πανομοιότυπη με το Kαινή των Ελλήνων. Υπό τους αυτοκράτορες του περασμένου αιώνα τα σύνορα της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας εκτείνονταν μέχρι αυτή τη Γωνία, έτσι ώστε o Μακρός Αιγιαλός να ήταν το εξώτατο μέρος στην κληρονομική επικράτεια των Κομνηνών, ενώ η Γωνία ήταν είτε η πρώτη στο μικρό πια αυτόνομο κράτος της Γκουρίας, είτε ανήκε σε ξεχωριστό δυνάστη, όπως η Ούνιε και πολλές άλλες. Οι ελληνικές πόλεις, οι οποίες παλαιότερα βρίσκονταν κατά μήκος των ακτών από την Ιμερέτια και τη Μινγκρελία μέχρι την Πιτυούντα, είχαν τώρα πια είτε καταστραφεί είτε ερημωθεί και είχαν περιέλθει στην εξουσία των εισβολέων της ενδοχώρας. Αυτοί ανήκαν στη φυλή των Γεωργιανών και ήσαν εντελώς διαφορετικοί από τους Έλληνες στον τρόπο ζωής, τον πολιτισμό και την πολιτική τους οργάνωση. Η Γκουρία και η Μινγκρελία εκατέρωθεν του ποταμού Φάση, ανάμεσα στον Καύκασο και τον Εύξεινο Πόντο, καλυμμένες εξ ολοκλήρου από βάλτους, δάση και ορεινά τμήματα, ήσαν σχεδόν απαλλαγμένες από καλλιέργειες και κατοικούνταν από άξεστους, τεμπέληδες και άκρως ανήθικους ανθρώπους ελληνικού θρησκεύματος. Πιο εύφορη και πιο ευτυχισμένη ήταν η κηπευτική γη της Ιμερετίας στον άνω Φάσι, με πρωτεύουσές της το Κιουτάισι και τo Μπαγντάτι. Όμως η εξουσία των Μεγάλων Κομνηνών πάνω σε αυτές τις τρεις επαρχίες ήταν πολύ περιορισμένη και πολύ σύντομη για να έχει οποιαδήποτε διαρκή επίδραση στην αύξηση του πολιτισμού και της ευημερίας των κατοίκων τους. Γιατί τότε, όπως και σήμερα, αυτές οι περιοχές είχαν αυστηρά ανεπτυγμένο φεουδαρχικό σύστημα, το οποίο δεν άφηνε στον επικυρίαρχο σχεδόν καμία άλλη εξουσία πέρα από το να παραχωρεί γη στους ευγενείς και έτσι να θέτει όλο τον πλούτο και την εξουσία στα χέρια τους. Οι απλοί άνθρωποι ήσαν σκλάβοι με την πληρέστερη έννοια της λέξης. Με εξαίρεση τη βοήθεια που παρείχε η Κολχική φεουδαρχική και μισθοφορική πολιτοφυλακή στον πόλεμο, και τον τίτλο του Βασιλιά του ποταμού Φάσι, τον οποίο, σύμφωνα με παλιά μυθιστορήματα και ιστορίες του Μεσαίωνα, έφεραν μερικές φορές οι Μεγάλοι Κομνηνοί, οι τελευταίοι δεν αποκόμιζαν κανένα σημαντικό όφελος από την κατοχή αυτών των εδαφών. Ούτε έχει απομείνει κανένα ίχνος της κυριαρχίας τους. Κανένα μνημείο, κανένα νόμισμα δεν διακηρύσσει ότι η μορφωμένη και γενναιόδωρη φυλή των πραγματικά Ελλήνων Κομνηνών άπλωσε ποτέ το σκήπτρο πάνω από εκείνες τις ακτές.

Αντιθέτως, οι μετασχηματισμοί που υπέστη κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής βασιλείας η Τραπεζούς, η αρχαία πρωτεύουσα της χώρας, ήσαν πολύ πιο διαρκείς και ωφέλιμες. Είναι στη φύση της εξουσίας να αναδεικνύει την έδρα της δραστηριότητάς της σε κέντρο λαμπρότητας, πλούτου και ευτυχίας, ειδικά στα βασίλεια της Ανατολής.

Η Τραπεζούς βρισκόταν κοντά στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στην απότομη πλαγιά λόφου σε σχήμα τραπεζιού που εμπόδιζε την πρόσβαση από τον νότο. Αυτή η θέση προς βορρά και η ανάσα της θαλασσινής αύρας που φυσούσε στους δρόμους από τον Πόντο, δρόσιζαν την καλοκαιρινή ζέστη και έκαναν το κλίμα της Τραπεζούντας από τα πιο ευχάριστα και υγιεινά στον κόσμο. Η θέα αυτής της πόλης, που εκτεινόταν πολύ πάνω από την ακτή και υψωνόταν αμφιθεατρικά στο βουνό, με τους θόλους και τους πυργίσκους της, έκανε εκπληκτική εντύπωση από τη θάλασσα και την ανήγγειλε στους ναυτικούς από μακριά, μέσα στη λαμπρότητα του πρωινού ήλιου, ως τη βασίλισσα της θάλασσας και όλων των γύρω χωρών της Ανατολίας.33

Η πόλη αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό υπό τους Κομνηνούς. Πολυάριθμοι ναοί, σπίτια, κιονοστοιχίες και αγορές, ακόμη και ολόκληροι δρόμοι και συνοικίες στους πρόποδες του λόφου και στην παραλία, χτίστηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας τους για να φιλοξενήσουν τον αυξανόμενο αριθμό πολιτών μέσω του εμπορίου και της γενικής ευημερίας. Διότι, σύμφωνα με την παρατήρηση του Βησσαρίωνος, η Τραπεζούς αρχικά αποτελούνταν μόνο από το τμήμα της πόλης που, υπό την αυτοκρατορική βασιλεία, ονομαζόταν Ακρόπολη και το οποίο είχε χτιστεί στην αρχαιότητα στην πλαγιά του λόφου με τη μορφή διπλού κάστρου. Έτσι, από την κορυφή υψηλής πλατφόρμας, την οποία η φύση είχε σχηματίσει στο κέντρο του εξωτερικού τείχους, ένα δεύτερο κάστρο έβλεπε πολύ πέρα από το πρώτο, στη Μαύρη Θάλασσα. Ο Αλέξιος Α΄ και οι πρώτοι διάδοχοί του έχτισαν πολύ ψηλά και χοντρά τείχη και στις δύο πλευρές του εξωτερικού κάστρου, προστατευμένα από βαθιές τάφρους και επάλξεις, με τη μορφή ακανόνιστου τετραγώνου που κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα. Μακριές σειρές σπιτιών, ανοιχτές στον αέρα της θάλασσας, γέμιζαν σταδιακά τον κλειστό χώρο και εκτείνονταν με τη μορφή προαστίων σε απροσδιόριστες σειρές πέρα από τα όρια της πόλης κατά μήκος της νότιας ακτής. Σύμφωνα με την ανατολίτικη συνήθεια, η Τραπεζούς είχε φαρδείς δρόμους με πλακόστρωτα πεζοδρόμια για τους πεζούς, και εντός των τειχών της πόλης, καθώς και στις επίπεδες στέγες των σπιτιών, που είχαν κατά μέσο όρο έναν ή δύο ορόφους, αλλά σύμφωνα με τον Βησσαρίωνα, ακόμη και τρεις, υπήρχαν ανθόκηποι και άλση με πολύτιμα οπωροφόρα δέντρα και αμπέλια. Βαθιά, φυσικά σκαλισμένα φαράγγια με ορμητικά ορεινά ρυάκια έκαναν την τοποθεσία της πόλης από τα βόρεια και τα δυτικά ρομαντική, καθώς και απρόσιτη σε οποιαδήποτε εχθρική δύναμη. Προς τα ανατολικά, έξω από τα τείχη της πόλης, κατά μήκος της ακτής, βρισκόταν το παζάρι, ή εμπορικός δρόμος για εγχώριους και ξένους εμπόρους, τεχνίτες και καλλιτέχνες πολυτελείας κάθε είδους. Ο Κλαβίχο το έβρισκε απίστευτα όμορφο, πολύ πιο πλατύ από τους άλλους δρόμους, στολισμένο με δεντρόφυτη λεωφόρο, τα πιο όμορφα σπίτια και τις πλουσιότερες αποθήκες.34 Εκεί, δίπλα στη θάλασσα, βρίσκονταν δύο κάστρα, καλά οχυρωμένα με τείχη και πύργους, το ένα από τα οποία είχε χτιστεί από τους Eνετούς και το άλλο από τους Γενουάτες, με την άδεια του αυτοκράτορα, για τη δική τους ασφάλεια και την ασφάλεια των αγαθών τους.

Το εσωτερικό κάστρο, χτισμένο πάνω στην πέτρινη πλατφόρμα, ήταν τόσο υψωμένο πάνω από την εξωτερική ακρόπολη, όσο και η τελευταία από την ακτή, η οποία στήριζε την κάτω πόλη. Το αυτοκρατορικό παλάτι, το θησαυροφυλάκιο, οι κατοικίες των αυλικών υπαλλήλων, τα αρχεία και άλλα κυβερνητικά κτίρια καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος αυτής της πλατφόρμας. Τάφροι εκτείνονταν γύρω από αυτό το φρούριο, φαρδιές, βαθιές και συχνά λαξευμένες σε φυσικό βράχο. Σιδερένιες πύλες φρουρούσαν την είσοδο και, όπως και στο υπέροχο Παλάτι του Ήλιου ή στο βασιλικό κάστρο στα Εκβάτανα, μια λαμπερή και ψηλή σκάλα οδηγούσε στο χρυσό παλάτι των Μεγάλων Κομνηνών. Ευάερες αίθουσες, μπαλκόνια και στοές που περιέβαλλαν τα κτίρια, προσέφεραν την πιο μαγευτική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις και άνοιγαν την πρόσβαση στο υγιές αεράκι της θάλασσας και του βουνού. Το δάπεδο της μεγάλης αίθουσας ήταν φτιαγμένο από λευκό μάρμαρο, και από την οροφή χρυσά και πολύχρωμα, τεχνητά ένθετα λουλούδια και λαμπερά αστέρια, έλαμπαν σαν να προέρχονταν από τη γαλάζια αψίδα του ουρανού. Στους τοίχους ήσαν ζωγραφισμένα πορτρέτα όλων των Μεγάλων Κομνηνών, μαζί με ολόκληρες τις οικογένειές τους, και είχαν προστεθεί σύντομες επιγραφές για τις πιο αξιοσημείωτες πράξεις τους εναντίον ξένων εχθρών. Πάνω από αυτή την αίθουσα βρισκόταν το αυτοκρατορικό γραφείο, όπου διεξάγονταν οι αυτοκρατορικές υποθέσεις και χορηγούνταν ακροάσεις σε ξένους πρέσβεις. Η οροφή αυτού του ξεχωριστού θαλάμου συνέκλινε στην κορυφή σε σχήμα πυραμίδας και στηριζόταν σε τέσσερις κίονες, όλους λαξευμένους από ενιαίο κομμάτι λευκού μαρμάρου.35 Σε άλλη αίθουσα με κιονοστοιχίες γίνονταν δεξιώσεις, ενώ σε τετράγωνο, ανεξάρτητο κτίριο φυλάσσονταν τα βιβλία της αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης. Αν το μυαλό των ηγεμόνων της Τραπεζούντας ήταν τόσο εξυψωμένο πάνω από τα πάθη και τις αδυναμίες των απλών ανθρώπων όσο ήταν το παλάτι τους πάνω από τα θυελλώδη κύματα της Μεσογείου και τις καλύβες των υπηκόων τους, τότε οι υπέροχες αίθουσες και τα μεγαλοπρεπή διαμερίσματά τους θα ήσαν, στη φαντασία μας, αξιοζήλευτη έδρα επίγειας ευτυχίας.

Από τη νότια πλευρά, μακρύ, πολύ απότομο και δύσβατο μονοπάτι οδηγούσε από την κοιλάδα στην πόλη. Εδώ, αφού ανέβαινε κανείς τον λόφο, έξω από τα τείχη της πόλης, έβρισκε σκιερές πεδιάδες για περίπατο, μέρη για σωματική άσκηση, υπέροχα χτισμένo ιπποδρόμιο, θέατρο και χώρους συνάντησης των Τραπεζουντίων.36 Σε άμεση γειτνίαση με την πόλη, κατά μήκος της ακτής και στους λόφους, είχαν χτιστεί σε μεγάλους αριθμούς ναοί με μαρμάρινες κολόνες, παρεκκλήσια και μοναστήρια, όπως σημείωνε ο Κλαβίχο, ο αυτόπτης μάρτυρας, και μάλιστα στις πιο γοητευτικές τοποθεσίες. Κρήνες, αέναα ρέοντα ρυάκια, πολύχρωμα λιβάδια, αειθαλή φυτά, κόλποι, άλση, κοιλάδες και λόφοι καλυμμένοι με κήπους, ελαιώνες και αμπελώνες εναλλάσσονταν μέσα στα όρια της πόλης με αξιοθαύμαστο τρόπο. Παρείχαν στους κατοίκους κάθε ικανοποίηση σχεδόν αβίαστα και τους έκαναν ανεξάρτητους όχι μόνο από ξένες χώρες, αλλά και από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της επικράτειάς τους. Η πρωτεύουσα αποτελούσε αυτοτελή, αυτάρκη οντότητα και μπορούσε να προσφέρει στις ξένες χώρες περισσότερα από όσα χρειαζόταν η ίδια. Εξ ου και ο μοναδικός χαρακτήρας των κατοίκων της και τα πολλά μικρά κρατίδια στα οποία ήταν χωρισμένη η περιοχή της Τραπεζούντας. Διότι σε ολόκληρη την παράκτια έκταση από τον Βαθύ μέχρι το Ιασόνιο ακρωτήριο και ακόμη πιο μακριά, καθώς και στο εσωτερικό, η φύση είχε δημιουργήσει υπέροχες οάσεις ανάμεσα σε ψηλά δάση και ερήμους, όπου η άφθονη γονιμότητα ενθάρρυνε τους ανθρώπους να εγκατασταθούν και η απομονωμένη τοποθεσία ενθάρρυνε την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Σύμφωνα με τις αναφορές του Κλαβίχο, του Ευγενικού και του Βησσαρίωνος, καθώς και εκείνες ορισμένων πιο πρόσφατων παρατηρητών, η ίδια η χώρα, αρκετές ώρες από την ακτή, πρέπει να ήταν πράγματι εξαιρετικά γοητευτική. Το μάτι, λέει ο Ευγενικός, δεν κουραζόταν ποτέ από την ποικιλία των λουλουδιών, τα εκτεταμένα δάση βελανιδιάς, τις απαλές πλαγιές των χωμάτινων λόφων, το πράσινο των θάμνων και του χόρτου, την πλούσια βλάστηση των αμπελιών και των κυπαρισσιών, τις συστάδες των ελαιώνων και τις καταπράσινες, καλοκαλλιεργημένες και αρδευόμενες κοιλάδες. Οι λεμονιές είχαν τέτοιο μέγεθος, που παρείχαν σκιά και καταφύγιο σε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, και τους ζουμερούς καρπούς τους όλο τον χρόνο. Το τραγούδι των αηδονιών, το άρωμα των τριαντάφυλλων και των λουλουδιών, υποδεχόταν τον ταξιδιώτη παντού στους ελαιώνες με τις αχλαδιές, τις συκιές, τις ροδιές και τις μηλιές. Ακόμα και ανάμεσα σε πετρώδες έδαφος φύτρωνε το αμπέλι, άνθιζε η μυρτιά, ευδοκιμούσε η ελιά, ξεφύτρωνε το δενδρύλλιο και ανάβλυζε φρέσκια άνοιξη.37

Πόσο λοιπόν αληθινά και εύστοχα γράφει ο Μαρίνι στο μυθιστόρημά του Kalloandro: «Όλες οι γοητείες που μπορούν να δημιουργήσουν μαζί η φύση και η τέχνη βρίσκονται ενωμένες σε ένα μέρος, λίγα μίλια από την Τραπεζούντα, που ονομάζεται επίγειος παράδεισος, όπου οι ηγεμόνες της χώρας πηγαίνουν συχνά για ευχαρίστηση. Και αθάνατος θα ήταν εκείνος που θα μπορούσε να περάσει τη ζωή του σε αυτό το ευδαιμονικό μέρος, επειδή η αιώνια πηγή αυτού του μαγικού κήπου δεν θα άφηνε τα άνθη μας να μαραθούν».38 Εδώ, χωρίς αμφιβολία, αναφέρεται το αυτοκρατορικό παλάτι Παρχάρις με τους υπέροχους κήπους και τα πάρκα του, όπου, σύμφωνα με το Xρονικό του Παλατιού, ο ηγεμόνας συνήθως περνούσε μέρος της καλής εποχής και διασκέδαζε ξένους ηγεμόνες. Βρίσκονταν κοντά τα εξίσου ρομαντικά μέρη Φιανόη, Γαντοπέδιν, Μάρμαρα, Άγιος Μερκούριος, Αχάντακας και ο όμορφος λόφος του Μίνθρου με το υπέροχο κάστρο.39 Αλλά το αμπέλι φαίνεται να έχει στην πραγματικότητα την πατρίδα του σε αυτές τις ακτές. Αναπτύσσεται εκεί άγρια, σκαρφαλώνοντας αφύλακτο στις κορυφές των ψηλότερων δέντρων και μερικές φορές φτάνοντας σε τέτοιο πάχος, που μόλις και μετά βίας μπορεί κανείς να το αγκαλιάσει και με τα δύο χέρια. Ακόμη και μέσα στα λιγότερο επισκέψιμα δάση, οι περιηγητές έβρισκαν τα πιο όμορφα σταφύλια, κάστανα και καρύδια. Με λίγα λόγια, η περιοχή γύρω από την Τραπεζούντα ήταν μαγευτική. Σύμφωνα με την έκφραση του Τούρκου Χατζή Χαλίφα ένας κήπος, ένα δάσος από ελιές και οπωροφόρα δέντρα από τα πιο ποικίλα είδη κάλυπτε ολόκληρη την επιφάνεια.

Όπως η κερασιά μετανάστευσε αργότερα από την πόλη Κερασούντα της Τραπεζούντας, έτσι και το αμπέλι μετανάστευσε από την Κολχίδα στην Ευρώπη κατά τους προϊστορικούς χρόνους. Ως απόδειξη αυτού, το ίδιο όνομα για τον καρπό έχει διατηρηθεί και εδώ και εκεί. Διότι το κρασί εξακολουθεί σήμερα να ονομάζεται “γκτσίνο” στον Καύκασο. Ονομάζεται “οἶνος” στην Τραπεζούντα και σε όλο τον ελληνικό κόσμο και έχει παρόμοιο όνομα σε όλους τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς. Κατά μήκος των ακτών της Τραπεζούντας βρέθηκαν πολλές πόλεις των οποίων τα ονόματα άρχιζαν με «oιv» και όλα φαινόταν να υποδηλώνουν κρασί, καλλιέργεια κρασιού κ.λπ. Αυτά τα ονόματα μετανάστευσαν μαζί με τον καρπό σε όλη την Ελλάδα, από τον Αίμο μέσω Ιλλυρίας, Ηπείρου, Ανατολίας, Θήβας, Αθήνας και Πελοποννήσου μέχρι τη νότια Ιταλία, η οποία στην αρχαιότητα ονομαζόταν Οίνοτρία (χώρα του κρασιού).

<-2.10. Η μοίρα των ηττημένων 3.2. Έθιμα, χώρος διαβίωσης, εμπόριο, μάθηση και στρατιωτική δύναμη των Τραπεζουντίων->
error: Content is protected !!
Scroll to Top