ch_2_06

<-2.5. Ο Μανουήλ υποτάσσεται στους Μογγόλους το 1402 2.7. Αλέξιος Δ΄. Επανάσταση του Παλατιού. Ο Τζάχαν Σαχ και ο Μουράτ τρομοκρατούν την Τραπεζούντα (1412-1447)->

Κεφάλαιο 2.6. Άποψη της εσωτερικής κατάστασης της Αυτοκρατορίας υπό τον Μανουήλ Γ΄

Μέχρι στιγμής έχουμε δει πώς οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας, σε γρήγορη διαδοχή γεγονότων στην Ανατολία, έχασαν από τους Λασκαρίδες πρώτα την επαρχία Ηράκλειας στα σύνορα της Παφλαγονίας, ανάμεσα στο ακρωτήριο Κάραμβις και τον ποταμό Σαγγάριο, Στη συνέχεια έχασαν από τους σουλτάνους του Ικονίου την πλούσια Σινώπη και τις άλλες παράκτιες πόλεις μεταξύ των ποταμών Άλυ και Ίρι και προσπάθησαν να υπερασπιστούν τις υπόλοιπες κτήσεις τους ανάμεσα στον Θερμώδοντα στα δυτικά και τον Φάσι στα ανατολικά από τις επιθέσεις των μωαμεθανών εμίρηδων, οι οποίοι, αφού κατέστρεψαν την Πύλη του Ρουμ και το Χανάτο της Ταμπρίζ, προσπάθησαν να επεκταθούν προς την ακτή της θάλασσας εις βάρος των Μεγάλων Κομνηνών. Με τον ίδιο τρόπο έχουμε δείξει ότι οι βίαιες αναταραχές που έπληξαν την αυτοκρατορία με την εξαφάνιση της πρωτοτοκίας οδήγησαν σε μακροχρόνιους και πικρούς πολέμους μεταξύ των δύο κυρίαρχων παρατάξεων, όπως ακριβώς η ανικανότητα και η ηθική διαφθορά της αυτοκρατορικής οικογένειας σταδιακά έσπασαν τον δεσμό που έδενε τους επικεφαλής των ευγενών και τους ιδιοκτήτες των μεγάλων αυτοκρατορικών φέουδων με τον αρχηγό του κράτους. Υπό τις αδυναμίες του Αλεξίου Γ΄ και του Μανουήλ Γ΄ κατά τον 14ο αιώνα και μέσω των στασιαστικών επιθέσεων του γιου του Αλεξίου Δ΄ στις αρχές του 15ου αιώνα, αυτή η νέα τάξη πραγμάτων είχε ήδη αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό που, με σημαντική μείωση των αυτοκρατορικών κληρονομικών εδαφών, σειρά Ελλήνων ηγεμόνων, λίγο πολύ ανεξάρτητων από τον Μεγάλο Κομνηνό, κάλυπταν την οροσειρά από τον Θερμώδοντα μέχρι τις πηγές του Φάσι.

Αυτοί οι αρχηγοί κυβερνούσαν τις περιοχές τους όπως ήθελαν. Διεξήγαγαν πόλεμο εναντίον των γειτονικών μουσουλμάνων εμίρηδων στις δικές τους επαρχίες. Συνήπταν ειρήνη και συνθήκες μαζί τους όποτε και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες επέλεγαν. Και εναλλάξ υποστήριζαν και αντιτίθεντο στον αυτοκράτορα, τον νόμιμο ηγέτη τους, ανάλογα με το δικό τους συμφέρον. Το καθήκον τώρα είναι να καταδειχθεί σε ποιο βαθμό εκτείνονταν οι κληρονομικές κτήσεις του στέμματος το έτος 1404 και σε ποιες περιοχές της αυτοκρατορίας τεκμηριώνεται ότι κατοικούσαν ανεξάρτητοι ευγενείς αρχηγοί.

Όταν ο Rühs, με τις πενιχρές και εξαιρετικά περιορισμένες πληροφορίες που βρίσκονται στην περίφημη Ιστορία του Μεσαίωνα σχετικά με την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ισχυρίζεται ότι το 1404 η αυτοκρατορική περιοχή δεν απείχε ούτε μια μέρα από την πρωτεύουσα και ότι όλα τα άλλα είχαν ήδη καταβροχθιστεί από τους γύρω μουσουλμάνους, γράφει μεγάλη ανακρίβεια και δείχνει ότι δεν είχε απολύτως καμία σωστή, ιστορικά τεκμηριωμένη ιδέα για την τοποθεσία, τις συνθήκες και την εσωτερική κατάσταση της εν λόγω περιοχής. Εμείς όμως μπορούμε να αποδείξουμε από τις αφηγήσεις αυτόπτη μάρτυρα ότι η περιοχή του Μανουήλ εκτεινόταν το έτος 1404 δυτικά κατά μήκος της ακτής πέρα από την πόλη Κερασούντα, η οποία, σύμφωνα με τις τελευταίες και πιο ακριβείς αστρονομικές παρατηρήσεις, απέχει είκοσι γερμανικά μίλια από την πρωτεύουσα.1 Σε αυτήν την περιοχή δίπλα στην οχυρωμένη Κερασούντα, περιτριγυρισμένα από κήπους και δενδροστοιχίες, βρίσκονταν το μεγάλο λιμάνι της Τρίπολης, το κάστρο και η πόλη Κοράλλων, η Βιόπολις, ο Άγιος Φωκάς, και το πυκνοκατοικημένο λιμάνι και αποθήκη των Πλατάνων, τέσσερις ώρες από την πρωτεύουσα. Και όλα αυτά τα μέρη, λέει ο αφηγητής, ανήκαν στον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης από το ακόλουθο αρχικό απόσπασμα: “Otro dia miercoles part krön de a qui, e o hora de tercia (Τετάρτη 9 Απριλίου στις 9 π.μ.) fueron en par de una villa que ha nombre Guirisonda, la qual era junta con el mar e a hora de media dia fueron en par de una gran rilla, que era eso mesmo poblada al mar, que ha nombre Tripil (Tρίπολις), y est a tierra es del Emperador de Trapisonda, e a poca de hora fueron en un castillo, que es junto con el mar, que ha nombre Corila: e d hora de Visperas (στις 3 μ.μ.) fueron en un Castillo que ha nombre Viopoli: e otro dia a hora de tercia (Πέμπτη 10 Απριλίου στις 9 π.μ.) fueron en par de un Castillo que ha nombre San-Foca; e a hora de Visperas fueron en un puerto que ha nombre Platana. E otro dia (Παρασκευή 11 Απριλίου) partieron de aqui, e a hora de Visperas fueron a la Ciudad de Trapisonda.2

Από αυτό μπορεί να φανεί χωρίς τεχνητή ερμηνεία ότι οι κληρονομικές εκτάσεις του αυτοκράτορα εκτείνονταν σε απόσταση τριών ημερών σε ευθεία γραμμή στη δυτική πλευρά της πρωτεύουσας. Τα σύνορα στη νότια πλευρά, στο Έρζιντζαν [Άρσινγκα], ήσαν πράγματι πιο κοντά, αλλά ακόμη κι εκεί εκτείνονταν σε δύο σύντομες ημέρες ταξιδιού. Διότι την Κυριακή 27 Απριλίου η πρεσβεία αναχώρησε από την Τραπεζούντα με αυτοκρατορική συνοδεία και στρατοπέδευσε σε ποταμό που ο Κλαβίχο ονομάζει Πετσίξ [Πυξίτη], αφού διέσχισε καλά καλλιεργούμενη και καλά αρδευόμενη ορεινή περιοχή.

Την επόμενη μέρα η φρουρά που τους συνόδευε επέστρεψε από αυτό το μέρος στην πρωτεύουσα, από φόβο, είπαν, για τους εχθρούς του αυτοκράτορα, por rescelo de enemigos del Emperador. Οι πρέσβεις όμως συνέχισαν να περπατούν όλη την ίδια μέρα σε αυτοκρατορικό έδαφος και έφτασαν σε κάστρο που ανήκε στον αυτοκράτορα, το οποίο o Clavijo ονομάζει Pilomazuca3 και βρισκόταν σε απότομο βράχο. Αλλά αυτή τη δεύτερη μέρα δεν κάλυψαν τόση απόσταση όσο την προηγούμενη, επειδή καθυστέρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα καθώς διέσχιζαν ορεινό ρέμα.4

Εδώ, στην είσοδο των ψηλών αλπικών περασμάτων και της χιονισμένης περιοχής, οι κτήσεις του Μανουήλ ενώνονταν με τους όμορφους και εύφορους πρόποδες. Ανατολικά της πρωτεύουσας, η παράκτια περιοχή, έξι ημέρες ταξίδι με καραβάνι, ή περίπου 36 ώρες ταξίδι, με όλα τα χωριά και τις ερήμους της, ανήκε στους Μεγάλους Κομνηνούς. Αυτό τουλάχιστον μπορεί να συναχθεί, όχι χωρίς βάσιμο λόγο, από δήλωση του συχνά αναφερόμενου Κλαβίχο, όταν, κατά την επιστροφή του από τη Σαμαρκάνδη, έπρεπε να εγκαταλείψει τον δρόμο του Έρζιντζαν στην Άνω Αρμενία και να στρίψει στα Τζανικά Όρη, όπου, αφού υπέμεινε απερίγραπτες κακουχίες, έφτασε τελικά στη Μαύρη Θάλασσα, σε απόσταση ταξιδιού έξι ημερών από την Τραπεζούντα. Και ολόκληρη αυτή η νότια ακτή, που ανήκει στην Τραπεζούντα, (toda esta tierra de Trapisonda, que es a la marina) είναι γεμάτη με φαράγγια και οροσειρές.5 Από αυτές τις επιμέρους λεπτομέρειες είναι αυτονόητο το συμπέρασμα ότι ο Μανουήλ, Μέγας Κομνηνός και αυτοκράτορας της Τραπεζούντας, το έτος 1404 ήταν ιδιοκτήτης και κύριος περιοχής μήκους περίπου 70 μιλίων και πλάτους μεγαλύτερου από μία ημέρα ταξιδιού.

Όμως η εξουσία του ήταν πολύ πιο εκτεταμένη, αν τον θεωρήσουμε ως τον γενικό επικεφαλής ολόκληρης της ένωσης της Τραπεζούντας. Από τους μεγάλους υποτελείς του στέμματος, οι οποίοι κατά τη διάρκεια των εμφυλίων αναταραχών άρχισαν να σφετερίζονται την εδαφική κυριαρχία, μπορούν να τεκμηριωθούν και να ονομαστούν πέντε, που εκείνη περίπου την εποχή ασκούσαν σε τμήματα της αρχαίας Τραπεζούντας κυριαρχία ανεξάρτητη από το στέμμα. Ο πρώτος από αυτούς είναι ο ηγεμόνας του Οιναίου, ή Hinio στην τραπεζουντιανή γλώσσα εκείνης της εποχής. Η έδρα του ήταν στην προαναφερθείσα πόλη, στην οποία ανήκε η παράκτια λωρίδα μεταξύ του ποταμού Θερμώδοντος [Τέρμε] και εκείνου της Φάτσα. Εκτός από τους Έλληνες υπηκόους του, είχε και αρκετές εκατοντάδες Τούρκους, όπως διαβεβαιώθηκε ο εξαιρετικά αξιέπαινος Καστιλιάνος πρέσβης. Ο ηγεμόνας που βασίλευε γύρω στο 1404 ονομαζόταν Μελασενό ή Μελισσηνός, επώνυμο που δεν ήταν άγνωστο στον βυζαντινό κόσμο: “el qual Castillo e villa di Ηinio es de un Sennor Griego que ha nombre Melaseno”, γράφει ο Κλαβίχο.6 Ο δεύτερος ήταν ο ηγεμόνας της Βόνας, του οποίου η περιοχή συνόρευε άμεσα με εκείνη του Οιναίου στα δυτικά, αλλά στα ανατολικά με την αυτοκρατορική μεθόριο της Κερασούντας. Σύμφωνα με τον Κλαβίχο, ο ηγεμόνας αυτής της περιοχής εκείνη την εποχή ονομαζόταν Αρζεμίρ, μουσουλμάνος Τουρκομάνος και γιος του Τατζιατίν, ο οποίος είχε παντρευτεί κόρη του Αλεξίου Γ΄ και έτσι είχε αποκτήσει την τιμή να ενταχθεί στις τάξεις των μεγάλων υποτελών του στέμματος της Τραπεζούντας. Η ένταξη του κατακτητή στην οικογένεια μέσω των δεσμών του Υμεναίου, όπως λέγεται, θεωρούνταν πάντοτε από τις ανατολικές αυλές ως το ασφαλέστερο μέσο για να κρύψουν και να μειώσουν την ντροπή της αδυναμίας και της δειλίας. Αυτός ο Αρζεμίρ μπορούσε να παρατάξει περισσότερους από 10.000 ιππείς (diez mil o mas a cavallo) και έλεγχε τα κάστρα και τις πόλεις της Βόνας και του Αγίου Νικία, οι οποίες κατοικούνταν κυρίως από Έλληνες, μαζί με πολλά άλλα χωριά και πόλεις που ήσαν διάσπαρτα στην ακτή και τα είδε ο Κλαβίχο στο ταξίδι. Ο τέταρτος ήταν ο Σολιμάν μπέης, εμίρης της Χαλυβίας, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είχε σκοτώσει τον ηγεμόνα της Βόνας και ήταν επίσης συγγενής του Μεγάλου Κομνηνού από την πλευρά του πατέρα του.

Όμως ο πέμπτος και σπουδαιότερος όλων ήταν ο Κυρ-Λέων, ο επικεφαλής της αρχαίας οικογένειας των Καβαζιτών από την Τραπεζούντα, στην οποία ανήκε μεγάλος αριθμός κάστρων, ορεινών φρουρίων, αλπικών κτημάτων και τελωνειακών σταθμών στην ορεινή περιοχή μεταξύ της Αρμενίας και των προγονικών εδαφών του Μανουήλ. Τα κάστρα Ζύγαινα, Άρδασα, Δορύλη και αρκετά άλλα, μαζί με όλη την περιοχή μέχρι το χωριό Alangogaza [Αλατζά] στα σύνορα με την Άρσινγκα, ήσαν ιδιοκτησία αυτής της ισχυρής οικογένειας. Στα χέρια τους βρίσκονταν περισσότερα από τα δύο τρίτα της τότε κοινής εμπορικής οδού από την Τραπεζούντα προς την Αρμενία και ολόκληρη την Ανατολή. Εκτός από αυτά τα κάστρα, τα οποία ο ίδιος ο Κλαβίχο είχε δει και επισκεφτεί, οι Καβαζίτες κατείχαν επίσης, δεξιά από την προαναφερθείσα διαδρομή των καραβανιών, το αρχαίο κάστρο και χωριό Μεσοχάλδιον, με όλη την περιουσία και τις εκτάσεις που του ανήκαν. Για αυτόν τον λόγο στο Χρονικό του Παλατιού αναφέρονται συχνά ως δούκες της Χαλδίας.7

Σε αυτούς τους επώνυμους και de facto ανεξάρτητους δυνάστες υπό τη βασιλεία του Μανουήλ, πρέπει επίσης να συμπεριληφθούν οι μουσουλμάνοι εμίρηδες των Χεριάνων (Σιράν) και της Παϊπέρτ (Μπαϊμπούρτ), οι χριστιανοί άρχοντες της Τζάνιχας, της Δώρας,8 της Λαραχανής, της Χασδένιχας και ο ηγεμόνας της Γκουρίας, μεταξύ πολλών άλλων, των οποίων τα κάστρα και οι έδρες στα βουνά και στις ακτές θεωρούνται αρχαία εδάφη της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας.

Από αυτή τη σύντομη περιγραφή της θέσης της αυτοκρατορικής επικράτειας σε σχέση με τους ανεξάρτητους ηγεμόνες της αυτοκρατορίας, είναι πλέον σαφώς προφανές ότι η παράταξη των Σχολαρίων, με επικεφαλής τον Μεγάλο Κομνηνό, είχε εδραιωθεί όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά κυρίως στην όμορφη και εύφορη παράκτια ακτή μεταξύ Κερασούντας και Βαθέος [Βατούμ]. Όμως η παλιά παράταξη της Τραπεζούντας είχε εδραιωθεί στο εσωτερικό της χώρας, ανάμεσα στα φαράγγια και τις δασώδεις κοιλάδες της περιοχής των Τζανικών Άλπεων, αλλά με τέτοιο τρόπο, ώστε οι κτήσεις των αρχαίων, ας πούμε, αυτοχθόνων δυναστών περικύκλωναν τους οικισμούς των μεταναστών Κομνηνών και Σχολαρίων σε σχήμα ημικυκλίου, το αριστερό άκρο του οποίου κατέβαινε στην ακτή του Ευξείνου Πόντου στο Οίναιον, και το δεξί άκρο στον Βαθύ [Βατούμ], την εξώτατη συνοριακή πόλη απέναντι από τη Γκουρία. Συνεπώς η χώρα των Τραπεζουντίων, διαιρεμένη από φατρίες, εξακολουθούσε να σχηματίζει, παρά την έκτασή της το 1404, όχι ασήμαντο κρατικό σύμπλεγμα, του οποίου η αδυναμία δεν έγκειτο τόσο στην έλλειψη επαρκώς εκτεταμένης επιφάνειας και μεγάλου πληθυσμού, όσο μάλλον στον κατακερματισμό των δυνάμεών του.

Ότι όμως ο ισχυρός ορεινός ηγεμόνας Κυρ-Λέων, καθώς και ο Μελισσηνός και ο Αρζεμίρ, μαζί με τους άλλους άρχοντες και αρχηγούς που έλεγχαν τη γη μέχρι τις πηγές του Φάσι, ήσαν αρχικά υπήκοοι του αυτοκράτορα και εξακολουθούσαν να θεωρούνται ως τέτοιοι από όλους εκείνη την εποχή, μας αποδεικνύεται από έναν διακεκριμένο Μογγόλο που ήρθε στην Ευρώπη ως απεσταλμένος του Τιμούρ στον Ερρίκο Γ΄ Καστίλης και Λεόν, και κατά την επιστροφή του στην Ανατολή συνοδεύτηκε από τον συχνά αναφερόμενο Κλαβίχο στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο στη Σαμαρκάνδη. Στο ταξίδι τους μέσα από την ορεινή περιοχή της Τραπεζούντας, όταν ο Κυρ-Λέων Καβαζίτης απαίτησε την πληρωμή διοδίων και δώρων, ο Μογγόλος αξιωματικός του είπε ότι, ως απεσταλμένοι του μεγάλου Τιμούρ, δεν ήσαν υποχρεωμένοι να πληρώνουν διόδια και δώρα, όπως οι έμποροι, αλλά ήθελαν να ταξιδέψουν ελεύθερα μέσα από χώρα που πλήρωνε φόρο υποτέλειας στον Τιμούρ Χαν, γιατί, πρόσθεσε, γνώριζε πολύ καλά ότι ο Αυτοκράτορας της Τραπεζούντας ήταν κύριος αυτής της περιοχής, que bien sabia en como el Emperador de Trapisonda era Sennor de aquella tierra.9 Ο Κυρ-Λέων και οι ιππότες του δεν το αρνήθηκαν, αλλά απάντησαν: que cerdad era, ήταν αλήθεια. Ήταν όμως συνηθισμένο εδώ όλοι οι περαστικοί να του προσφέρουν ορισμένους φόρους τιμής και δώρα, επειδή σε αυτές τις άγονες ορεινές περιοχές είχε μόνο περιορισμένα μέσα διαβίωσης και έπρεπε συνεχώς να πολεμά και να αμύνεται ενάντια στους Τουρκομάνους εισβολείς. Επομένως δεν είχε άλλη επιλογή από το να ζει από τα διόδια των διερχόμενων καραβανιών. Και, αν όλα τα άλλα αποτύχαιναν, συχνά αναγκαζόταν να κάνει εισβολές στην επικράτεια του άρχοντά του (de su Sennor) για να κλέψει προμήθειες.

Ύστερα από πολλή συζήτηση, οι πρέσβεις τελικά του έδωσαν ένα κομμάτι από πορφυρό ύφασμα και ένα ασημένιο κύπελλο, στα οποία ο Μογγόλος πρόσθεσε στο όνομά του έναν κόκκινο χιτώνα φτιαγμένον στη Φλωρεντία και ένα τόπι έξοχου λινού υφάσματος, “lienzo delgado“. Όμως ο Κυρ-Λέων απαίτησε περισσότερα και, απαντώντας στις ευγενικές αντιρρήσεις των απεσταλμένων, απάντησε ότι τα ωραία λόγια ήσαν άχρηστα εδώ. Μέσω αυτών και άλλων ευγενικών απειλών, τελικά τους έπεισε να αγοράσουν ένα κομμάτι καμηλό υφάσματος από έναν έμπορο που συμμετείχε στην αποστολή και να το δώσουν στον αρχηγό των Καβαζιτών. Σε αντάλλαγμα, τους υποσχέθηκε συνοδεία στην επικράτειά του και, έναντι πρόσθετης αμοιβής, να προσλάβει άλογα για να μεταφέρουν τις αποσκευές τους μέχρι τα σύνορα της Άρσινγκα.

Το 1404 ο Μανουήλ Μέγας Κομνηνός, μαζί με όλους τους δυνάστες από το Οίναιον μέχρι το Βατούμ, απέτισαν φόρο τιμής στον ηγεμόνα της Σαμαρκάνδης και έλαβαν διαταγές από τον παγκόσμιο ηγεμόνα Τιμούρ μέσω του Χαλίλ Σουλτάν, κυβερνήτη των εδαφών του Καυκάσου. Όμως την επόμενη χρονιά τα δεσμά της μογγολικής δουλείας έσπασαν, καθώς ο Τιμούρ πέθανε στην εκστρατεία κατά της Κίνας και η μεγάλη αυτοκρατορία του κατέρρευσε την ίδια χρονιά στα χέρια των γιων και των εγγονών του. Ο Χαλίλ εγκατέλειψε τη θέση του κυβερνήτη, έσπευσε στη Σαμαρκάνδη και γνώρισε την πτώση του, αφού κατέλαβε για λίγο τον θρόνο. Ο Γκούρτζιν Μαλέκ (Γεώργιος Ζ΄, βασιλιάς της Τιφλίδας) αρνήθηκε τον φόρο τιμής και έδιωξε τους Μογγόλους από τη χώρα. Οι Τουρκμένοι Μαυρο-Προβατάδες επίσης σήκωσαν ξανά το κεφάλι τους. Ο Καρά Γιουσούφ, ο οποίος είχε καταφύγει στην Αίγυπτο μετά την κατάκτηση της Συρίας και της Ανατολίας, εμφανίστηκε τώρα στο Ιράκ και τη Μεσοποταμία. Προσέλκυσε όλους τους Τουρκμένους και τους Κούρδους της περιοχής και ξεκίνησε τον πόλεμο εναντίον των Τιμουριδών. Αρχικά επιτέθηκε στο [περσικό] Αζερμπαϊτζάν και κατέκτησε την πρωτεύουσα της Ταμπρίζ, αφού προηγουμένως είχε χτυπήσει και σκοτώσει τον γιο του Μιράν Σαχ, τον Άμπου Μπακρ, μοίρα που βρήκε τον Μιράν Σαχ λίγο αργότερα, όταν έφτασε για να εγκατασταθεί σε αυτή την όμορφη επαρχία, τόσο ιδιαίτερα αγαπητή στους Μογγόλους.10

Από την Ταμπρίζ ο Καρά Γιουσούφ ξεκίνησε για να υποτάξει ξανά την επαναστατημένη Γεωργία, αλλά αναγκάστηκε να επιστρέψει με άδεια χέρια και να διεξάγει τριετή πόλεμο εναντίον του παλιού του συμμάχου, του Αχμέτ σουλτάνου της Βαγδάτης, ο οποίος είχε καταλάβει την Ταμπρίζ, πόλεμο στον οποίο ο Αχμέτ και η δύναμή του ηττήθηκαν ολοκληρωτικά. Αυτό το γεγονός ανύψωσε τους Τουρκμένους από μαύρα πρόβατα σε κυρίαρχη δύναμη. Όλες οι εκτάσεις κατά μήκος του Τίγρη και του Ευφράτη μέχρι τη Γεωργία και τις ανατολικές περιοχές της Τραπεζούντας βρίσκονταν στην αδιαμφισβήτητη κατοχή του Καρά Γιουσούφ. Είναι αυτονόητο ότι, εν μέσω αυτών των συγχύσεων, οι Τραπεζούντιοι διατήρησαν τον φόρο υποτέλειας όσο και οι Γεωργιανοί. Ο Καρά Γιουσούφ, του οποίου η δίψα για χρυσάφι και δύναμη ήταν ακόρεστη, ως κάτοχος της εξουσίας και των δικαιωμάτων του Χαλίλ Σουλτάν και του Μιράν Σαχ ήθελε να επαναφέρει τους επαναστάτες σε υπακοή και εισέβαλε ξανά στη Γεωργία, όπου στη θέση του βασιλιά Γεωργίου, ο οποίος είχε σκοτωθεί σε μάχη γύρω στο 1407, βασίλευε ο γιος του Κωνσταντίνος.11 Από εκεί ο Καρά Γιουσούφ σκόπευε να προελάσει εναντίον της Ιβηρίας και της Τραπεζούντας για να αποκαταστήσει και σε εκείνες τις χώρες την προηγούμενη υποτέλεια. Όμως αυτές οι προελάσεις συνάντησαν την αντίσταση του Καρά Ουλούγκ, ηγέτη της Λευκής Ορδής και γιου του Κουτλουμπέη από την πριγκίπισσα της Τραπεζούντας Μαρία Κομνηνή. Χρησιμοποιώντας έξυπνα τη φιλία των Μογγόλων, ο Ουλούγκ είχε αποκτήσει σημαντικές κτήσεις, οι οποίες αργότερα εξελίχθηκαν σε μεγάλη αυτοκρατορία υπό τον εγγονό του Χασάν. Ύστερα από τη νικηφόρα εκστρατεία κατά της Ανατολίας, όπου είχε συνοδεύσει τον Τιμούρ με το τουρκομανικό ιππικό του, εκείνος του έδωσε την πόλη και την περιοχή της Σίβας [Σεβάστειας], της Άρσινγκα [Έρζιντζαν], της Έδεσσας [Σανλιούρφα] και του Μαρντίν ως ιδιοκτησία του, στην οποία, σύμφωνα με τον Ιμπν Αραμπσάχ, πρόσθεσε επίσης το φρούριο της Άμιδας [Ντιγιάρμπακιρ] στη Μεσοποταμία.

Αυτή η εμπλοκή των δύο ορδών των Τουρκομάνων σύντομα προκάλεσε έχθρα και πόλεμο. Μεγάλο μέρος της Λευκής Ορδής υπό τον Χαμζά μπέη, γιο του Ουλούγκ, υποχώρησε στη δεξιά όχθη του Ευφράτη, στις ορεινές περιοχές της Τζανικής και της Νέας Μεσοποταμίας, κοντά στις κτήσεις των Τραπεζουντίων, και από εκεί εξαπέλυε επιθέσεις κατά των ακτών της θάλασσας, κατά της Τοκάτ, της Αμάσειας και της Σαμσούν, ενώ ο Ουλούγκ υπερασπιζόταν τις ανατολικές κτήσεις από τη Μαύρη Ορδή. Στην ίδια την Ανατολία βασίλευε πλήρης αναρχία μετά την αποχώρηση του Τιμούρ. Ο ισχυρός πυρήνας της οθωμανικής εξουσίας είχε συντριβεί και οι παλιοί ηγεμόνες, που είχαν αποκατασταθεί, δεν είχαν τη δύναμη ή το ταλέντο να επιβάλλουν την τάξη στις κατεστραμμένες χώρες. Οι εγκαταλειμμένοι γιοι του Βαγιαζήτ πολεμούσαν μεταξύ τους και ο πληθυσμός της Ανατολίας διαλυόταν σε ομάδες ληστών. Αυτή η κατάσταση κράτησε δεκατρία ολόκληρα χρόνια, μέχρι που τελικά ο Μωάμεθ [Α’], ο νεότερος γιος του Βαγιαζήτ, ανέβηκε μόνος του στον τουρκικό θρόνο μετά την πτώση των αδελφών του. Μέσω της μεγάλης βασιλείας του εγκαθίδρυσε νέα τάξη πραγμάτων και επανένωσε σε μεγάλο βαθμό τα ερείπια της διαλυμένης αυτοκρατορίας. Από το μικρό σουλτανάτο της Σίβας, το οποίο προηγουμένως είχε υποταχθεί οικειοθελώς στην τουρκική κυριαρχία, η μεγάλη πόλη και το φρούριο της Αμάσειας παρέμειναν στα χέρια των Οθωμανών, αλλά όλα τα άλλα τα καταβρόχθισαν οι Τουρκομάνοι της Λευκής Ορδἠς.

Το ελληνικό έθνος έφερε μέσα του τους σπόρους του θανάτου. Επομένως η μεγάλη αναταραχή που προκλήθηκε από τις νίκες του Τιμούρ στην Ανατολία δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει τη ζωή που έφευγε από την παρακμάζουσα κρατική δομή. Όπως οι Ευρωπαίοι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη, οι Αμιτιώτες στην Τραπεζούντα είχαν βυθιστεί πολύ χαμηλά για να αποκομίσουν οποιοδήποτε πλεονέκτημα από την απελπιστική κατάσταση των Οθωμανών, παρά μόνο για να παρατείνουν την άθλια ύπαρξή τους. Ποτέ δεν μπορούσε κανείς να δει πιο καθαρά, πόσο πιο εύκολο ήταν να αντικατασταθούν οι μεγαλύτερες απώλειες με τη νεανική ζωντάνια ενός λαού σε ανάπτυξη, από το να αναζωογονηθεί ο στάσιμος παλμός ενός γηράσκοντος έθνους. Στο παλάτι της Τραπεζούντας, όπως και στα μοναχικά φρούρια και τα ιπποτικά κάστρα της οροσειράς της Τζανικής, τίποτε δεν επιθυμούσαν, πέρα από την ανενόχλητη απόλαυση και την αδράνεια της γαλήνης των γηρατειών. Έρωτες, διαμάχες για την κοινωνική θέση και πάρτι αναψυχής στα όμορφα άλση και τις οάσεις της ακτής της Τραπεζούντας διέκοπταν περιστασιακά τον ληθαργικό ύπνο της αυλής των Κομνηνών. Και η ιστορία δεν γνωρίζει τίποτε για τις πράξεις του Μανουήλ μετά την αποχώρηση του Τιμούρ, εκτός από το ότι πέθανε το 1412, αφήνοντας πίσω χήρα και άτεκνη μια πριγκίπισσα της Κωνσταντινούπολης, την Άννα Φιλανθρωπινή, την οποία είχε παντρευτεί μετά τον θάνατο της πρώτης του συζύγου Ευδοκίας στη Γεωργία το 1395.

<-2.5. Ο Μανουήλ υποτάσσεται στους Μογγόλους το 1402 2.7. Αλέξιος Δ΄. Επανάσταση του Παλατιού. Ο Τζάχαν Σαχ και ο Μουράτ τρομοκρατούν την Τραπεζούντα (1412-1447)->
error: Content is protected !!
Scroll to Top