| <-2.7. Αλέξιος Δ΄. Επανάσταση του Παλατιού. Ο Τζάχαν Σαχ και ο Μουράτ τρομοκρατούν την Τραπεζούντα (1412-1447) | 2.9. Δαβίδ Α΄. Ο Μωάμεθ Β΄ καταστρέφει την Αυτοκρατορία Τραπεζούντας (1458-1462)-> |
Κεφάλαιο 2.8. Ιωάννης Δ΄. Πόλεμος εναντίον του Ζύχη και εναντίον του Μωάμεθ Β΄. Έναρξη του συνασπισμού Τραπεζουντίων-Τουρκομάνων εναντίον των Τούρκων
Ο Καλογιάννης ή Ιωάννης Δ΄ είχε ανέβει στον θρόνο του πατέρα του μέσω εγκλήματος. Όμως τα έθιμα του ελληνικού έθνους εκείνης της εποχής ήσαν τόσο εκφυλισμένα και οι άνθρωποι ήσαν τόσο συνηθισμένοι σε τέτοια στάση, που αυτή η συμπεριφορά γιου απέναντι στον πατέρα του δεν προκαλούσε την παραμικρή προσβολή. Το αυτοκρατορικό στέμμα κάλυπτε οποιοδήποτε έγκλημα. Αντίθετα, ο προαναφερθείς πατριάρχης Γρηγόριος, σε επιστολή γεμάτη σεβασμό, τον ενημέρωνε ότι σκόπευε να παραιτηθεί από τη θέση του, επειδή, δεδομένης της διχόνοιας και της πεισματικότητας των Βυζαντινών Ελλήνων, προέβλεπε την αναπόφευκτη και επικείμενη καταστροφή της Κωνσταντινούπολης.1
Ταυτόχρονα η άνοδος στον θρόνο αυτού του ηγεμόνα καταδεικνύει ότι το ηφαίστειο των φατριών είχε σβήσει εντελώς. Στους μακροχρόνιους εσωτερικούς πολέμους πολλοί από τους ευγενείς οίκους είχαν χαθεί. ΟΙ εναπομείναντες είχαν γίνει ανεξάρτητοι στις περιοχές τους και δεν αναμειγνύονταν πια στις υποθέσεις του Οίκου των Κομνηνών, ο οποίος διατηρούσε τον έλεγχο μόνο στις τρεις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας.
Η ευκολία με την οποία ο Καλογιάννης είχε ανατρέψει τον θρόνο του πατέρα του αποκάλυπτε στους γειτονικούς ηγεμόνες, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίσταση, την αδυναμία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Ο Ζύχης, Τουρκομάνος αρχηγός, συγκέντρωσε στρατό τυχοδιωκτών από την πόλη της Σαμσούν, η οποία είχε υποταχθεί πλήρως στους μωαμεθανούς από το 1422, και από όλες τις περιοχές και τα νομαδικά στρατόπεδα γύρω από την Τραπεζούντα, για να εξαπολύσουν αιφνιδιαστική επίθεση στην πρωτεύουσα των Μεγάλων Κομνηνών. Ο Ιωάννης προετοιμάστηκε από θάλασσα και στεριά και προέλασε μέχρι την Κορδύλη, ενώ ο στόλος έπλεε κατά μήκος της ακτής μαζί με τον στρατό ξηράς για να εξαπολύσει ταυτόχρονη επίθεση στον εχθρό, ο οποίος είχε πάρει θέση στον Μελιάρη και είχε καταλάβει ισχυρά το πέρασμα του Καπανίου μπροστά από το στρατόπεδό του.
Από όλους τους Τραπεζούντιους ηγεμόνες, μόνο ο πανσέβαστος, δυνάστης του Μεσοχαλδίου, βοήθησε τον αυτοκράτορα σε αυτή την έκτακτη ανάγκη. Αυτός, ονόματι Αλέξανδρος, διοικούσε τον συνδυασμένο στρατό στη στεριά, καθώς ο Ιωάννης είχε κρατήσει την διοίκηση των γαλερών για τον εαυτό του. Ενώ ο Αλέξανδρος επιτίθετο στο στενό πέρασμα και το πλήρωμα του πλοίου προσπαθούσε να αποβιβαστεί ταυτόχρονα, ξέσπασε καταιγίδα, η οποία έδιωξε τα πλοία από την ακτή. Ταυτόχρονα ο Ζύχης και το πεζικό του έκαναν γρήγορη επίθεση, σκότωσαν τον πανσέβαστο και τον γιο του και έτρεψαν ολόκληρο τον στρατό σε φυγή. Όλοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή πίσω στην πρωτεύουσα, όπου είχαν επίσης διαφύγει ο Ιωάννης και τα πλοία. Σύμφωνα με τον Λαόνικο, εκτός από τον αρχηγό τους μόνο 30 Τραπεζούντιοι είχαν απομείνει. Όμως μεγάλος αριθμός είχε συλληφθεί, πολλούς από τους οποίους σκότωσε ο Ζύχης και στη συνέχεια προέλασε στα τείχη της πρωτεύουσας. Για να αναγκάσει τους πολιορκημένους να παραδοθούν, διέταξε να στραγγαλιστεί μπροστά στα μάτια των κατοίκων ο αυτοκρατορικός ιππέας και ηνίοχος Μαυρόκωστας, ο οποίος είχε επίσης πέσει στα χέρια του.
Την πρώτη νύχτα, όταν ο εχθρός είχε στρατοπεδεύσει στο μοναστήρι Κορδύλη έξω από την πόλη, συνέβη μια Αρμένισσα, φοβούμενη ότι ο Ζύχης θα καταλάμβανε το εξωτερικό μέρος της πόλης, να καταφύγει με τα προς το ζην στο μεγάλο φρούριο που βρισκόταν μέσα στο τείχος. Στο άδειο σπίτι μια μοχθηρή σπίθα προκάλεσε τυχαία φωτιά, που κοντά στα μεσάνυχτα εξαπλώθηκε στη γύρω περιοχή. Οι κάτοικοι της Τραπεζούντας πίστευαν ότι τη φωτιά είχε βάλει προδοτικά ομάδα πολιτών που ήθελαν να παραδοθούν στον Ζύχη, προκειμένου να διευκολύνουν την κατάκτηση του φρουρίου και της πρωτεύουσας υπό τη σύγχυση γενικής πυρκαγιάς. Πανικός κατέλαβε το μυαλό όλων. Οι αρχές και οι πολίτες εγκατέλειψαν την πόλη την ίδια νύχτα, από θάλασσα και στεριά, αναζητώντας ασφάλεια στην Ιβηρία. Έτσι μόνο ο Μέγας Κομνηνός παρέμεινε πίσω με λίγους άνδρες. Με την αυγή, ο Ζύχης εμφανίστηκε μπροστά στις πύλες, σκοπεύοντας να καταλάβει την πόλη βιαστικά. Ομως η αντοχή των τειχών ήταν τόσο μεγάλη, που όλες οι επιθέσεις που έκανε αδιάκοπα για τρεις ημέρες αποκρούονταν από τη μικρή φρουρά. Στη συνέχεια στράφηκε εναντίον του φρουρίου του Μεσοχαλδίου και ύστερα από εξίσου μάταιη επίθεση, τελικά εγκατέλειψε την περιοχή της Τραπεζούντας.2
Παρά την ακραία αυτή αδυναμία, ο Μουράτ [Β'] δεν διατάραξε τα σύνορα των Μεγάλων Κομνηνών ούτε από τη θάλασσα ούτε από τη στεριά. Αντίθετα, διέταξε τον κυβερνήτη του στην Αμάσεια να καλλιεργεί καλή γειτονία με τους χριστιανούς της περιοχής, όπως έγραψε ο ίδιος ο Φραντζής για τον Καλογιάννη.3 Αυτή η ειρηνική σχέση δεν ήταν αποτέλεσμα τουρκικής μετριοπάθειας, αλλά πολιτικής. Ο Mουράτ μπορούσε κάλλιστα να φανταστεί ότι οι Κομνηνοί, πολύ αδύναμοι για να αντισταθούν με επιτυχία ακόμη και σε μικρό τουρκικό στρατό, θα μπορούσαν να σχηματίσουν συμμαχία με τους γύρω ηγεμόνες, εξίσου απειλούμενους, εναντίον της τουρκικής ανωτερότητας. Όμως δεν ήταν ακόμη ο καιρός για να διεξαχθεί σοβαρός πόλεμος στον Ευφράτη και στην Αρμενία, όπου ο Χασάν μπέης και ο μεγάλος Τζάχαν Σαχ είχαν ισχυρούς στρατούς. Έπρεπε πρώτα να κατακτηθεί η Κωνσταντινούπολη και να εξοντωθεί εντελώς η χριστιανική βοήθεια που ερχόταν από την Ουγγαρία. Αυτό έγινε λίγα χρόνια αργότερα σπό τον γιο του, τον Μωάμεθ Β', και αμέσως μετά τα οθωμανικά όπλα στράφηκαν εναντίον της Ανατολής. Στο μεταξύ ο Καλογιάννης δεν το έβλεπε αυτό ως πιθανότητα και χάρηκε ανόητα με την είδηση του θανάτου του γέρου και τελικά ειρηνικού Μουράτ την άνοιξη του 1451.
«Κύριε πρέσβυ», είπε στον Φραντζή, ο οποίος τότε διέμενε στην Τραπεζούντα κατά την επιστροφή του από την Ιβηρία, «εἰπεῖν σοι θέλω χρηστὰς ἀγγελίας, εἰ μὴ δεῖ ἀποδοῦναἰ σε ἡμῖν τι δῶρον χάριτος», και στη συνέχεια του είπε ότι ο Μουράτ ήταν νεκρός και ότι τον είχε διαδεχθεί ο νεαρός Μωάμεθ, έχοντας ήδη δώσει τις ίδιες διαβεβαιώσεις φιλίας με τον πατέρα του. Ο Φραντζής, από την άλλη πλευρά, είπε ότι ο θάνατος του Μουράτ ήταν μεγάλη ατυχία για το ελληνικό έθνος. Ο νεαρός ηγεμόνας ήταν εχθρός των χριστιανών και είχε ήδη δηλώσει ότι ήθελε να καταλάβει την πόλη της Κωνσταντινούπολης και να θέσει τέλος στην κυριαρχία των Ελλήνων, κάτι που, δεδομένης της αδυναμίας της και της έλλειψης οποιουδήποτε μέσου αντίστασης, δυστυχώς θα κατάφερνε να κάνει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο Καλογιάννης έδωσε στον σοφό πολιτικό την ευσεβή και εποικοδομητική απάντηση ότι ο Θεός ήταν ισχυρός και θα ενέπνεε επιείκεια στον ασεβή Μωάμεθ: «ὅμως ὁ Θεὸς ὡς δυνατός, ποιήσει αυτὸν εἰς ἀγαθόν».4
Το αποτέλεσμα σύντομα έδειξε ότι ο Φραντζής καταλάβαινε καλύτερα από τον Καλογιάννη την κατάσταση και τις περιστάσεις. Δύο μόλις χρόνια αργότερα, η Κωνσταντινούπολη είχε πέσει και η ευρωπαϊκή Ελλάδα είχε κατακτηθεί ολοκληρωτικά ύστερα από αρκετές εκστρατείες, όταν ο νεαρός Μωάμεθ άλλαξε την πολιτική του απέναντι στους ηγεμόνες του ανατολικού τμήματος της Ανατολίας, και ιδιαίτερα απέναντι σε εκείνον της Τραπεζούντας.
Επειδή οι Έλληνες, μετά την απώλεια της πρωτεύουσάς τους, είχαν καταφύγει σε μεγάλους αριθμούς στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας,5 και ύστερα από την εξόντωση των Παλαιολόγων άρχιζαν να θεωρούν τον Μεγάλό Κομνηνό ως τον μοναδικό και νόμιμο ηγέτη ολόκληρου του ελληνικού έθνους, ο Μωάμεθ, τώρα Βασιλεὺς μἐγας της Κωνσταντινούπολης, είχε αντίπαλο τον Καλογιάννη, ο οποίος, αν όχι μέσω των στρατών του, όμως μέσω της ηθικής επιρροής στους ελληνικούς λαούς, οι οποίοι εναπόθεταν σε αυτόν την τελευταία τους ελπίδα, μπορούσε να τον εμποδίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα από το να απολαύσει πλήρως την αυτοκρατορική του εξουσία. Ο Χιτίρ6 πασάς της παραμεθόριας περιοχής της Αμάσειας, έλαβε λοιπόν διαταγές να ξεκινήσει τον αγώνα ενάντια στο τελευταίο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.
Χωρίς καμία φανερή αιτία (ο φοβισμένος Καλογιάννης δεν είχε δώσει καμία), ο Χιτίρ βάδισε με στρατό μέσα από τα ανυπεράσπιστα φαράγγια των Τζανικών Ορέων και διείσδυσε στα περίχωρα της Τραπεζούντας πριν ο Μέγας Κομνηνός καταλάβει ότι πλησίαζαν εχθροί. Ταυτόχρονα ένας στόλος είχε σαλπάρει από τη Σαμσούν για να καταστρέψει τις ακτές. Οι γραμμές της πόλης ήσαν σχεδόν έρημες εκείνη την εποχή, επειδή μολυσματική ασθένεια είχε εν μέρει διώξει και εν μέρει εξαλείψει τους κατοίκους. Ο αυτοκράτορας, χωρίς πόρους, χωρίς στρατό, χωρίς προμήθειες και ανίκανος να αντέξει την πολιορκία, αναγκάστηκε να διαπραγματευτεί με τον πασά. Σε αντάλλαγμα για ετήσιο φόρο 2.000 χρυσών νομισμάτων, ο Τούρκος υποσχέθηκε να επιστρέψει τους αιχμαλώτους και να διασφαλίσει την ειρήνη για το μέλλον, όλα όμως υπό την έγκριση του Μωάμεθ. Αυτή η επιδρομή και ο συμβιβασμός έλαβαν χώρα το 1456, όταν ο ίδιος ο Μωάμεθ εκστράτευε εναντίον των Ούγγρων και εναντίον του Σκεντέρμπεη και πολιορκούσε το Βελιγράδι.7 Είναι όμως γνωστό ότι αυτή η πολιορκία του Βελιγραδίου από τον Μωάμεθ Β' έλαβε χώρα το 1456.8 Αργότερα ο Καλογιάννης έστειλε στον Μωάμεθ τον αδελφό του Δαβίδ Κομνηνό, ο οποίος είχε περιβληθεί το αξίωμα του δεσπότη, για να παραδώσει τον φόρο υποτέλειας και να λάβει την έγκριση του σουλτάνου για τη συναφθείσα συμφωνία. Αυτό έγινε, αλλά με αύξηση του ετήσιου ποσού που έπρεπε να καταβληθεί σε 3.000 χρυσά νομίσματα.
Επομένως ο συγγραφέας των Αυτοκρατορικών Οικογενειών (Kaiserfamilien) κάνει λάθος όταν γράφει ότι ο Ιωάννης είχε ήδη πληρώσει στον Μουράτ Β' 3.000 χρυσά ετησίως ως φόρο τιμής: Calo-Joannes Imperium Trapezuntinum aegre admodum tutatus Turcis undique irruentibus ac illud aggredient ibus, taudem pacto trium aureorum miliium annuo tributo Amuratho Sultano, ac postmodum filio ejus Muchemeto II, reconciliatus possedit.9 Στην αφήγηση αυτού του γεγονότος ο Λαόνικος κατονομάζει ρητά τον Μωάμεθ ως τον τότε μεγάλο άρχοντα των Τούρκων.10 Ο Δαβίδ εμφανίστηκε στην Πύλη όταν ο Μωάμεθ ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον της γενουατικής πόλης Άμαστρις στην Παφλαγονία. Όμως η Άμαστρις έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1458,11 και κατά συνέπεια ήταν στα τέλη του 1457 που ο δεσπότης της Τραπεζούντας ήρθε στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή η ημερομηνία είναι σημαντική για τον προσδιορισμό του τέλους της ζωής του Καλογιάννη.
Στην πραγματικότητα αυτό το έτος σηματοδοτεί τη στιγμή που η Τραπεζούς έπαψε να είναι ελεύθερο κράτος, καθώς αναγκάστηκε να εξαγοράσει την ύπαρξή της από τους εχθρούς της με αντάλλαγμα ετήσιο ποσό χρυσού. Όλες οι καταιγίδες που είχαν προκαλέσει οι κατακτητές των δύο τελευταίων αιώνων στις γειτονικές με τους Κομνηνούς χώρες ήσαν απλώς προσωρινές καταιγίδες που δεν δημιούργησαν διαρκή κατάσταση πραγμάτων. Τέτοια ήταν η περίπτωση της Αυτοκρατορίας του Ικονίου, της οποίας η κυριαρχία ξεκίνησε με τον Αλαντίν Καϊκομπάντ και τελείωσε με αυτόν. Ο Μέγας Κομνηνός δεν πλήρωνε φόρο σε χρυσό στον τελευταίο. Αναγκαζόταν μόνο να επιδιώκει παρόμοιους πολιτικούς στόχους και να στέλνει μέτρια δύναμη υποστήριξης στον στρατό των Σελτζούκων. Το ίδιο συνέβη και υπό τον Oυλάγου και τους διαδόχους του, στους οποίους οι Τραπεζούντιοι προσχώρησαν οικειοθελώς από μίσος για την Πύλη του Ικονίου. Οι Μογγόλοι της Ταμπρίζ σύντομα έπαψαν να είναι τρομεροί και, μέσα στην ανασφάλεια του θρόνου τους ανάμεσα στους επαναστατημένους μουσουλμανικούς λαούς που γειτνίαζαν με τις αυτοκρατορίες των Μαμελούκων, αρκούνταν σε διαβεβαιώσεις φιλίας και σε αόριστα δώρα από τους αυτοκράτορες της Τραπεζούντας. Ο Τιμούρ φυσικά τα γκρέμιζε όλα μπροστά του, αλλά ήταν σαν μετεωρίτης που γρήγορα εξαφανίστηκε και πάλι. Οι Τουρκομάνοι νομάδες ηγεμόνες που έγιναν ισχυροί σε εκείνες τις περιοχές ύστερα από αυτόν, αρκούνταν σε πλούσια βοσκοτόπια στις πεδιάδες της Θεμίσκυρας και στις κοιλάδες της Κερασούντας και σε όμορφες κόρες από το αυτοκρατορικό παλάτι. Μόνο οι Τούρκοι, και ιδιαίτερα ο Μωάμεθ, πίεσαν για την πολιτική καταστροφή του κράτους των Μεγάλων Κομνηνών και απαίτησαν σταθερή τιμή σε χρυσάφι που έπρεπε να καταβάλλεται από τα ανατολικά κράτη στον Εύξεινο Πόντο λόγω των πολέμων εναντίον του Ουγγρο-αλβανικού συνασπισμού. Ο Ιωάννης ένιωθε το βάρος και τη ντροπή της κατάστασής του και προσπαθούσε να απελευθερωθεί από αυτήν. Σε αυτή την επιχείρηση δεν μπορούσε να βασιστεί στους υπηκόους του, γιατί ήσαν δειλοί και ύπουλοι πέρα από κάθε κατανόηση, και, επιπλέον, η αρχαία περιοχή της Τραπεζούντας ήταν μοιρασμένη σε αριθμό μικρών ηγεμόνων οι οποίοι, ακόμη κι αν ένωναν τις δυνάμεις τους, δεν θα μπορούσαν ποτέ να αντισταθούν στους στρατούς του Μωάμεθ.
Συνεπώς η βοήθεια έπρεπε να έρθει από έξω, αλλά όχι από την Ανατολία, γιατί η δύναμη των ηγεμόνων της είχε καταστραφεί. Η Σινώπη και η Καραμανία αντιμετώπιζαν την ίδια μοίρα με τον Καλογιάννη, ενώ ο Τζάχαν Σαχ, ο μεγάλος Τουρκομάνος ηγεμόνας, πολεμούσε στο απομακρυσμένο Χορασάν, πολιορκώντας τους επαναστατημένους γιους του στη Βαγδάτη και την Ταμπρίζ, και δεν μπορούσε να ρίξει τη ματιά του στον Εύξεινο Πόντο, για να δει την άθλια κατάσταση του ηγεμόνα της Τραπεζούντας. Αλλά ανάμεσα στους δύο κατακτητές, τον Μωάμεθ και τον Τζάχαν Σαχ, άρχισε να χτίζει ήσυχα το μεγαλείο του ο Χασάν μπέης, γιος του Χάμζα Μπέη ο οποίος πέθανε γύρω στο 1444, και εγγονός του Καρά Ουλούγκ της Λευκής Ορδής, ο οποίος σκοτώθηκε από τον Ισκαντέρ γύρω στο 1434.
Θα θυμάστε, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ότι μέσα από τις νίκες του Ισκαντέρ και του Τζάχαν Σαχ, η Λευκή Ορδή έχασε όλες σχεδόν τις κτήσεις που είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τιμούρ. Η Έδεσσα είχε κατακτηθεί από τους Μαμελούκους, η Άμιδα από τους Μαύρους Τουρκομάνους και η ηγεμονία της Σίβας από τους Οθωμανούς. Από τις μεγάλες πόλεις, μόνο το Ντιάρμπεκρ στη Μεσοποταμία παρέμενε για τους διαδόχους του Καρά Ουλούγκ, και έπεσε στον Χασάν μπέη, τον μεγαλύτερο από αυτούς.
Η κληρονομιά των αδελφών του ήταν σκορπισμένη ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη. Γύρω στο 1450, όταν ο Καλογιάννης βρισκόταν στο τρίτο έτος της βασιλείας του στην Τραπεζούντα, ο Χασάν άρχισε σταδιακά να οικειοποιείται τα μικρά κρατίδια των αδελφών του, οι οποίοι όλοι, εκτός από τον Τζαχανγκίρ, υποτάχθηκαν πρόθυμα στην κυριαρχία του. Με αυτόν τον τρόπο συγκέντρωσε δύναμη 500 επίλεκτων στρατιωτών, με τους οποίους κατέλαβε με δυναμική επίθεση την περίφημη και μεγάλη πόλη της Άμιδας, παρά τις ισχυρές οχυρώσεις της. Αυτό το κατόρθωμα του χάρισε μεγάλη φήμη και, σύμφωνα με το έθιμο της Ανατολής, όπου όλα συρρέουν στον τυχερό στρατηγό, του χάρισε επίσης μεγάλη περιουσία σε σύντομο χρονικό διάστημα, η οποία του ξύπνησε τις πιο υπερβολικές ελπίδες. Ήταν υψηλόσωμος και γι' αυτό αποκαλούνταν Ουζούν Χασάν, Χασάν ο Μακρύς, από τους συγγενείς του και τη γλώσσα του. Η πολεμική του αρετή, η τύχη του και η γενναιοδωρία του, εφαρμοζόμενες την κατάλληλη στιγμή και στον κατάλληλο τόπο, τον καθιστούσαν απόλυτο κυρίαρχο των στρατιωτών του.
Ο Καλογιάννης, που βρισκόταν σε δύσκολη θέση, στράφηκε τώρα σε αυτόν τον άνθρωπο, στέλνοντας εκπρόσωπο για να εξηγήσει την δυστυχία του, την απληστία του Μωάμεθ για γη και την αδυσώπητη οργή του, καθώς και τον κίνδυνο που τον απειλούσε επίσης (τον Χασάν) από αυτόν τον ακόρεστο κατακτητή. Επειδή μετά την καταστροφή της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, τα κράτη του θα έχαναν τις φυσικές τους άμυνες και θα μπορούσαν να δεχθούν επίθεση ταυτόχρονα και κατά βούληση από τα βουνά της Τζανικής και από τον Ευφράτη. Όμως ο Καλογιάννης είχε μια κόρη ονόματι Αικατερίνη, για την οποία επικρατούσε η άποψη σε όλη την Ανατολή εκείνη την εποχή, ότι ξεπερνούσε όλες του φύλου της σε ομορφιά. Αυτή η είδηση είχε ήδη φτάσει στην αυλή των Τουρκομάνων στο Ντιγιάρμπακιρ και σε όλη την Περσία.
Αυτό το μαργαριτάρι των γυναικών απαιτούσε ο Χασάν για σύζυγό του και την επαρχία της Καππαδοκίας στην Ανατολία ως προίκα. Σε αντάλλαγμα υποσχόταν όχι μόνο να δώσει τον στρατό του, αλλά και το δικό του πρόσωπο και τους θησαυρούς του, για να υπερασπιστεί την Τραπεζούντα από τις επιθέσεις των Οθωμανών.12 Με αυτή την απάντηση ήρθε ο απεσταλμένος στον Καλογιάννη, ο οποίος φαινόταν απρόθυμος να αγοράσει την υποστήριξη του Χασάν με τέτοιο τίμημα. Όμως η αδυναμία αντίστασης στις συνεχείς και απειλητικές επιθέσεις των Τούρκων της Ανατολίας τον ανάγκασε να ικανοποιήσει τελικά την απαίτηση του Τουρκομάνου, με τη ρητή επιφύλαξη ότι η Αικατερίνη θα μπορούσε να ομολογεί και να ασκεί τη χριστιανική πίστη στη μουσουλμανική αυλή στο Ντιάρ-Μπεκρ και ότι θα της επιτρεπόταν να φέρει ιερείς, μοναχούς και αυλή ομοθρήσκων της στη Μεσοποταμία. Ο Χασάν αποδέχτηκε όλους αυτούς τους όρους και ορκίστηκε στη συμμαχία με τους Μεγάλους Κομνηνούς, όπως μαθαίνουμε από τις αναφορές που συνέλεξε λίγο καιρό αργότερα ένας ανώνυμος εκπρόσωπος στην Αρμενία και την ίδια την Περσία:
In quel tempo in Trabisonda regnava un re detto Caloianni, et era Christiano et haveta una figliuola nominata Despina-Caton, molto bella, et era commune opinione che non fusse in quel tempo donna di maggior bellezza: et per tutta la Persia era sparsa la fama della sua gran bellezza et somma gratia. Et essendo questo Re di gia molto molestato et danneggiato nel suo pacifico paese da Ottomano gran Turco et vedendosi a mal termine et in pericolo di perder lo stato, considerando il gran poter del nemico, prese partito di mandar un suo Ambasciadore nella Persia in Tauris, dove Sultan Assambei dimorava (Sic! Εκείνη την εποχή ο Χασάν διέμενε στο Ντιάρ-Μπεκρ και δεν είχε κατακτήσει ακόμη την Ταμπρίζ), et domandargli soccorso, sapendo ch' egli era signore molto benigne. L'Ambasciadore , ch' era desideroso d’ottener la domanda del suo Re et riportargliene l’intera soddisfazione, prego Assambei che non volesse negar di dar aiuto al suo Signore, mostrandogli per motte ragioni, ch’ el danno del Re christiano veniva anche in qualche pregiudizio del suo paese. Assambei essendo giovine et non avendo moglie, et essendo gia inamorato della sopradetta giovane per haver motte volte sentito ragionare delle bellezze et degne creanze diede risposta all’Ambasciadore, dicendogli, che se il suo Re gli dara la figliuola per moglie, ch’egli metterebbe non tanto l’essercito ma anche il tesoro et la propria persona per difenderlo da Ottomano κ.λπ.13
Αυτή η συνθήκη με τον σουλτάνο της Μεσοποταμίας ήταν η τελευταία πράξη κυριαρχίας που πραγματοποίησαν οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας ως επικυρίαρχοι ολόκληρης της Ανατολίας. Αν και κανένα χωριό στην Καππαδοκία δεν υποτασσόταν στον Μεγάλο Κομνηνό εκείνη την εποχή, στα μάτια του Χασάν θεωρούνταν δικαιωματικά ο ανώτατος ηγεμόνας της.
Μη ικανοποιημένος με αυτό, ο Καλογιάννης σκέφτηκε επίσης να ενώσει σε μεγάλη συμμαχία τους χριστιανούς ηγεμόνες της Γεωργίας και της Ιβηρίας, τον μουσουλμάνο εμίρη της Σινώπης και τον σουλτάνο της περιοχής της Καραμανίας, όχι μόνο για να εγγυηθεί την αμοιβαία ακεραιότητα των κρατών, αλλά και για να εκδιώξει πλήρως τους Οθωμανούς από την Ανατολία. Ομως, εν μέσω αυτών των σχεδίων, ο θάνατος τον πήρε από τη σκηνή. Δεν μπόρεσε καν να πραγματοποιήσει την παράδοση της νύφης του στον Χασάν, αφού γνωρίζουμε από τον Λαόνικο τον Αθηναίο ότι ο Δαβίδ, αδελφός και διάδοχος του Ιωάννη Κομνηνού, την παρέδωσε στον σουλτάνο σύμφωνα με τη συνθήκη.14
Στην Ιβηρία όπου, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο Καλογιάννης είχε καταφύγει μετά την άτυχη απόπειρα εκθρόνισης του πατέρα του, είχε λάβει ως σύζυγό του την κόρη του τοπικού βασιλιά Αλεξάνδρου. Μετά τον θάνατό του, άφησε πίσω του τον Αλέξιο Ε΄, ένα τετράχρονο παιδί, ως διάδοχο του θρόνου. Εκτός από αυτόν, είχε δύο κόρες, από τις οποίες η μεγαλύτερη παντρεύτηκε τον Νικολό Κρέσπο, ευγενή Ενετό και δούκα του Αρχιπελάγους, από τον οποίο προέρχονται αρκετές οικογένειες ενετικής αριστοκρατίας.15 Η νεότερη ήταν η προαναφερθείσα Αικατερίνη Κομνηνή, σύζυγος του Τουρκομάνου Ουζούν Χασάν, στον οποίο οδηγήθηκε αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα της.
Στα σύνορα της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, συνάντησε μεγάλο αριθμό Τουρκομάνων ηγεμόνων και υποτελών που είχε στείλει ο Χασάν για να την υποδεχτούν. Έφερνε μαζί της μεγάλη συνοδεία από κορίτσια και Έλληνες ευγενείς (gentil’ huomini di gran conditione) που παρέμεναν συνεχώς στο πλευρό της. Συγκεκριμένα είχε πολλούς Έλληνες μοναχούς και ιερείς για να τελούν τις καθημερινές λειτουργίες σύμφωνα με τις χριστιανικές τελετουργίες, καθώς, όπως βεβαιώνει αυτόπτης μάρτυρας, ήταν πολύ ευσεβής γυναίκα αφοσιωμένη στον Χριστιανισμό.16
| <-2.7. Αλέξιος Δ΄. Επανάσταση του Παλατιού. Ο Τζάχαν Σαχ και ο Μουράτ τρομοκρατούν την Τραπεζούντα (1412-1447) | 2.9. Δαβίδ Α΄. Ο Μωάμεθ Β΄ καταστρέφει την Αυτοκρατορία Τραπεζούντας (1458-1462)-> |
